sketch

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈskɛtʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/skɛtʃ/ ,USA pronunciation: respelling(skech)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sketch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (quick drawing)σκίτσο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πρόχειρο σχέδιο επίθ + ουσ ουδ
  (όχι τελικό)προσχέδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Trevor's sketch showed the piece of furniture he planned to make.
 Το σκίτσο του Τρέβορ έδειχνε το έπιπλο που σχεδίαζε να φτιάξει.
sketch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (short comic scene)σκετς ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  σκετσάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This comedy show is made up of a number of sketches.
 Αυτή η κωμωδία αποτελείται από μια σειρά σκετς.
sketch [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (draw quickly)σκιτσάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σχεδιάζω πρόχειρα ρ μ + επίρ
 Julie sketched the house and garden.
 Η Τζούλη σχεδίασε πρόχειρα το σπίτι και τον κήπο.
sketch viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (make a quick drawing)σκιτσάρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  σχεδιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Harry has been sketching in the garden all day.
 Ο Χάρρυ σκιτσάρει στον κήπο όλη μέρα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sketch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (brief outline)γενική περιγραφή, γενική εικόνα, συνοπτική περιγραφή επίθ + ουσ θηλ
  βασικά στοιχεία επίθ + ουσ ουδ
  τα βασικά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The boss provided them with a sketch of the project and said she'd give them more details later.
sketch [sth],
sketch [sth] out,
sketch out [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(give a brief description of)περιγράφω συνοπτικά ρ μ + επίρ
  (με γενική)δίνω μια γενική εικόνα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Mary sketched the plot of the film for those who hadn't seen it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
sketch [sth] out,
sketch out [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
figurative (describe briefly)λέω με δυο λόγια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  περιγράφω εν συντομία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Please sketch out what you've planned for the holidays.
sketch [sth] out,
sketch out [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(draw roughly)σκιτσάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω ένα πρόχειρο σκίτσο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The artist sketched out his idea for his next painting.
 Ο καλλιτέχνης έκανε ένα πρόχειρο σκίτσο της ιδέας που είχε για τον επόμενο πίνακά του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
biographical sketch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (brief account of [sb]'s life)βιογραφική σκιαγράφηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
biographical sketch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (short curriculum vitae, resume)βιογραφικό σημείωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The association asked the nominees to provide autobiographical sketches.
comedy sketch,
comedy skit
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(short comic scene)κωμικό σκετς επίθ + ουσ ουδ άκλ
 The comedy skit featured men dressed as bears.
costume sketch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clothing designer's drawing)σκίτσο κουστουμιού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
fashion sketch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clothes designer's drawing)σχέδιο μόδας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
rough sketch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rapid or loose drawing)σκίτσο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πρόχειρο σκίτσο επίθ + ουσ ουδ
 Michelangelo always made a rough sketch before starting a sculpture.
sketch map nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (roughly-drawn map)πρόχειρος χάρτης έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Instead of trying to explain it, I'll draw you a quick sketch map.
sketch pad nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (artist's book for rough drawings)μπλοκ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
thumbnail sketch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small preliminary drawing)μικρό σκίτσο, μικρό σκαρίφημα επίθ + ουσ ουδ
 Pete always does a thumbnail sketch at the scene of a crime.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sketch' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: her sketch [pad, book], a new sketch [show, comedy], a [comic, comedy, humorous] sketch, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sketch στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sketch'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης