singularity

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌsɪŋgjʊˈlærəti/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(sing′gyə lari tē)

Inflections of 'singularity' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": singularities

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
singularity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unique or remarkable quality)ιδιαιτερότητα, μοναδικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The singularity of Dan's odd behavior astonished his family.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση singularity στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'singularity'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης