silence

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsaɪləns/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsaɪləns/ ,USA pronunciation: respelling(sīləns)

Inflections of 'silence' (v): (⇒ conjugate)
silences
v 3rd person singular
silencing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
silenced
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
silenced
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
silence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (absence of sound)ησυχία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (παλαιό, ποιητικό)σιγαλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The first thing Paul noticed when he got out into the countryside was the silence.
 Το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ο Πωλ όταν βγήκε έξω στην εξοχή ήταν η ησυχία.
silence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: not speaking)ησυχία, σιωπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ανεπίσημο)βουβαμάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Harriet kept asking Ursula questions, but was met only with silence.
 Η Χάριετ έκανε συνεχώς ερωτήσει στην Ούρσουλα ερωτήσεις, αλλά η μόνη απάντηση που λάμβανε ήταν η σιωπή της.
silence [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make [sb] not talk)κάνω κπ να σιωπήσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Robert was about to speak, but Tom silenced him with a gesture.
 Ο Ρόμπερτ ήταν έτοιμος να μιλήσει, αλλά ο Τομ τον έκανε να σιωπάσει με ένα νεύμα.
silence [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (stop sound)κλείνω, σταματάω, σταματώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Agatha silenced the music, so everyone could hear what Oliver had to say.
 Η Αγκάθα σταμάτησε τη μουσική ώστε όλοι να ακούσουν ό,τι είχε να πει ο Όλιβερ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
silence [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (put a stop to) (μεταφορικά)φιμώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)καταπνίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The landowners successfully managed to silence all complaint by bribing the villagers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
awkward silence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (embarrassed pause in conversation)αμήχανη σιωπή επίθ + ουσ θηλ
deadly silence,
deathly silence
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(total lack of sound, voices)νεκρική σιγή επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά)σιγή ιχθύος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
in silence advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (without speaking)σιωπηλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 They sat in silence, gazing out of the window at the rain.
Silence is golden. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (It is wisest to say nothing)Η σιωπή είναι χρυσός. έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'silence' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [stunned, confusing, fearful] silence, an eerie silence in the [street, room, hall], [caused, there was] an awkward silence in the conversation, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση silence στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'silence'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης