significantly

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/sɪgˈnɪfɪkəntli/

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
significantly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (very much)ιδιαίτερα, σημαντικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  εξαιρετικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Food prices are now significantly higher than they were twenty years ago.
 Οι τιμές των τροφίμων είναι τώρα σημαντικά πιο υψηλές σε σχέση με είκοσι χρόνια πριν.
significantly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (importantly)ιδιαιτέρως, κυρίως, ιδίως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ιδιαίτερα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 These figures show many things, but, significantly, they demonstrate a link between family background and educational achievement.
 Αυτοί οι αριθμοί δείχνουν πολλά πράγματα, αλλά ιδιαίτερα δείχνουν μια σύνδεση μεταξύ του οικογενειακού υποβάθρου και των ακαδημαϊκών επιδόσεων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
significantly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (expressing meaning)με νόημα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 "I think we should go now," Isobel said, tapping her watch significantly.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'significantly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: has [become, grown, got] significantly [worse, better], was significantly [worse] than the last [time, attempt], significantly [higher, lower, increased, decreased], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση significantly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'significantly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης