Σε αυτή τη σελίδα: signed, sign

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
signed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (bearing a signature)υπογεγραμμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 I bought a signed copy of "Moby Dick" online.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (traffic notice)πινακίδα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The sign said to stop.
 Η πινακίδα έλεγε να σταματήσουμε.
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (notice, placard)πινακίδα, ταμπέλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The shopkeeper put a sign up saying he'd be back in thirty minutes.
 Ο καταστηματάρχης έβαλε μια πινακίδα (or: ταμπέλα) που έλεγε ότι θα επέστρεφε σε μισή ώρα.
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (indication)σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ένδειξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σημείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 There are signs that it will storm tomorrow.
 Υπάρχουν σημάδια ότι αύριο θα έχει καταιγίδα.
 Υπάρχουν ενδείξεις ότι αύριο θα έχει καταιγίδα.
sign,
sign of [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(portent, presage) (με γενική ή ότι θα γίνει κτ)σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ένδειξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (για κάτι)οιωνός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Some people say that when cows lie down, it is a sign of rain.
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (typographical character)σύμβολο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 What does the pound sign look like?
 Ποιο είναι το σύμβολο της λίρας;
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (zodiac symbol)ζώδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 What is your sign? I'm a Leo.
 Τι ζώδιο είσαι; Εγώ είμαι Λέων.
sign [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (add signature to)υπογράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)βάζω υπογραφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He signed the form at the bottom.
 Υπέγραψε την αίτηση στο κάτω μέρος.
sign that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (say in sign language)λέω στη νοηματική, λέω στη νοηματική γλώσσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αν εννοείται από τα συμφραζόμενα)γνέφω, νεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Veronica's hearing-impaired friend signed that he would prefer to meet at seven o'clock that evening.
 Η φίλη της Βερόνικα που είχε πρόβλημα ακοής είπε στη νοηματική ότι θα προτιμούσε να συναντηθούν στις 7 το απόγευμα.
sign [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (say in sign language)λέω στη νοηματική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The two signed their conversation so they wouldn't make noise.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Για να μην τους καταλάβει κανείς έλεγαν τα νέα τους στη νοηματική.
sign [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hire, employ)υπογράφω με κπ ρ αμ + πρόθ
  δεσμεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They signed the basketball star to a new contract.
 Υπέγραψαν με τον διάσημο μπασκετμπολίστα.
 Δέσμευσαν τον διάσημο μπασκετμπολίστα με νέο συμβόλαιο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shop sign)επιγραφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πινακίδα, ταμπέλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 All the shops had small painted signs out front.
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (symbol)σύμβολο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The scroll was covered in signs that they could not understand.
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (indicative gesture)νόημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  σήμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κεφάλι ή μάτια)νεύμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Ken's sign told us that he was all right.
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gesture within sign language) (λέξη νoηματικής γλώσσας)νεύμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The deaf woman's sign indicated that she would drive.
sign,
sign for [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(sign language)νοηματική γλώσσα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (καθομιλουμένη)νοηματική επίθ ως ουσ θηλ
 Do you know the sign for "cat" in American Sign Language?
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (symptom)ένδειξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He is showing signs of diabetes.
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mathematics: plus, minus, etc.)σύμβολο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (θετικός ή αρνητικός αριθμός)πρόσημο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Yes, three hundred, but what is the sign? Positive or negative?
signs nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." US (animal tracks)χνάρι, ίχνος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πατημασιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The rancher inspected the area for coyote signs.
sign viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (write a signature)υπογράφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He signed, once he had found the right place.
sign viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (use gestures)κάνω νόημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γνέφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  νεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Trying not to make noise, he signed for her to come towards him.
sign viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (use sign language)μιλάω τη νοηματική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She has a sister who is deaf, so she knows how to sign.
sign viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (agree to a contract)υπογράφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He finally signed after deliberating for a few weeks.
sign [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (autograph)υπογράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The movie star signed many autographs that day.
sign [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (communicate using gestures)κάνω νόημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γνέφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  νεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Since the boss had laryngitis, he had to sign his approval of our idea with his head.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
signed | sign
ΑγγλικάΕλληνικά
signed and sworn adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (legal document: made official)υπογεγραμμένο και επικυρωμένο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
signed in,
signed-in
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(computer user: logged on)συνδεδεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 In order to post a comment on this blog, you must be signed in.
signed in,
signed-in
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(worker: clocked in)που χτύπησε κάρτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
signed in,
signed-in
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(hotel guest: checked in)που έχει κάνει check in περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
signed-up adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (member: registered)εγγεγραμμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που γράφτηκε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'signed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση signed στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'signed'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά