signage

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsaɪnɪdʒ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(sīnij)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
signage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (road: signposts)σήμανση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σηματοδότηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The signage at this exit is very confusing.
 Η σήμανση σε αυτή την έξοδο είναι πολύ μπερδεμένη.
signage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (signs in or outside buildings)ταμπέλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The signage in your window says you're closing down.
 Η ταμπέλα στη βιτρίνα σας λέει ότι κλείνετε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση signage στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'signage'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης