WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sign off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (end a letter)κλείνω, ολοκληρώνω, τελειώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (γράμμα, επιστολή κ.λπ.)κλείνω, ολοκληρώνω, τελειώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Debbie signed off by telling Ian how much she missed him.
 Η Ντέμπι έκλεισε λέγοντας στον Ίαν πόσο πολύ της έλειπε.
sign off with [sth] vi phrasal + prep (end a letter) (μτφ: ένα γράμμα)κλείνω, ολοκληρώνω, τελειώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 My father always signed off with "love and kisses, Dad".
 Ο πατέρας μου πάντα κλείνει γράφοντας «με αγάπη, φιλάκια, μπαμπάς».
sign off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (end a broadcast) (μτφ: τη μετάδοση)κλείνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 This is WKRP in Cincinnati, signing off at midnight.
sign off with [sth] vi phrasal + prep (end a broadcast) (μτφ: πχ με τα λόγια)κλείνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Ed Murrow always signed off with the words: "Good night, and good luck".
 Ο Έντ Μάροου πάντα έκλεινε λέγοντας: «Καληνύχτα και καλή τύχη».
sign off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." US, informal (stop doing [sth])σταματάω, σταματώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εγκαταλείπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
sign off on [sth] vi phrasal + prep informal (authorize) (καθομ: εγκρίνω)υπογράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The director must sign off on the project before work can begin.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sign off' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sign off στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sign off'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης