sign

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsaɪn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/saɪn/ ,USA pronunciation: respelling(sīn)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (traffic notice)πινακίδα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The sign said to stop.
 Η πινακίδα έλεγε να σταματήσουμε.
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (notice, placard)πινακίδα, ταμπέλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The shopkeeper put a sign up saying he'd be back in thirty minutes.
 Ο καταστηματάρχης έβαλε μια πινακίδα (or: ταμπέλα) που έλεγε ότι θα επέστρεφε σε μισή ώρα.
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (indication)σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ένδειξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σημείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 There are signs that it will storm tomorrow.
 Υπάρχουν σημάδια ότι αύριο θα έχει καταιγίδα.
 Υπάρχουν ενδείξεις ότι αύριο θα έχει καταιγίδα.
sign,
sign of [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(portent, presage) (με γενική ή ότι θα γίνει κτ)σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ένδειξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (για κάτι)οιωνός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Some people say that when cows lie down, it is a sign of rain.
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (typographical character)σύμβολο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 What does the pound sign look like?
 Ποιο είναι το σύμβολο της λίρας;
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (zodiac symbol)ζώδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 What is your sign? I'm a Leo.
 Τι ζώδιο είσαι; Εγώ είμαι Λέων.
sign [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (add signature to)υπογράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)βάζω υπογραφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He signed the form at the bottom.
 Υπέγραψε την αίτηση στο κάτω μέρος.
sign that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (say in sign language)λέω στη νοηματική, λέω στη νοηματική γλώσσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αν εννοείται από τα συμφραζόμενα)γνέφω, νεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Veronica's hearing-impaired friend signed that he would prefer to meet at seven o'clock that evening.
 Η φίλη της Βερόνικα που είχε πρόβλημα ακοής είπε στη νοηματική ότι θα προτιμούσε να συναντηθούν στις 7 το απόγευμα.
sign [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (say in sign language)λέω στη νοηματική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The two signed their conversation so they wouldn't make noise.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Για να μην τους καταλάβει κανείς έλεγαν τα νέα τους στη νοηματική.
sign [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hire, employ)υπογράφω με κπ ρ αμ + πρόθ
  δεσμεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They signed the basketball star to a new contract.
 Υπέγραψαν με τον διάσημο μπασκετμπολίστα.
 Δέσμευσαν τον διάσημο μπασκετμπολίστα με νέο συμβόλαιο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shop sign)επιγραφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πινακίδα, ταμπέλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 All the shops had small painted signs out front.
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (symbol)σύμβολο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The scroll was covered in signs that they could not understand.
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (indicative gesture)νόημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  σήμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κεφάλι ή μάτια)νεύμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Ken's sign told us that he was all right.
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gesture within sign language) (λέξη νoηματικής γλώσσας)νεύμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The deaf woman's sign indicated that she would drive.
sign,
sign for [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(sign language)νοηματική γλώσσα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (καθομιλουμένη)νοηματική επίθ ως ουσ θηλ
 Do you know the sign for "cat" in American Sign Language?
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (symptom)ένδειξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He is showing signs of diabetes.
sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mathematics: plus, minus, etc.)σύμβολο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (θετικός ή αρνητικός αριθμός)πρόσημο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Yes, three hundred, but what is the sign? Positive or negative?
signs nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." US (animal tracks)χνάρι, ίχνος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πατημασιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The rancher inspected the area for coyote signs.
sign viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (write a signature)υπογράφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He signed, once he had found the right place.
sign viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (use gestures)κάνω νόημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γνέφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  νεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Trying not to make noise, he signed for her to come towards him.
sign viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (use sign language)μιλάω τη νοηματική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She has a sister who is deaf, so she knows how to sign.
sign viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (agree to a contract)υπογράφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He finally signed after deliberating for a few weeks.
sign [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (autograph)υπογράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The movie star signed many autographs that day.
sign [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (communicate using gestures)κάνω νόημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γνέφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  νεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Since the boss had laryngitis, he had to sign his approval of our idea with his head.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
sign [sth] away vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (rights: give up)αποποιούμαι εγγράφως ρ μ + επίρ
  (από κτ)παραιτούμαι εγγράφως ρ αμ + επίρ
 Leyla signed away all rights to her father's estate.
sign [sth] away vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." figurative (give up, lose)χάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Johnson signed away his chances in the next election when he approved such an unpopular law.
sign in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (register arrival)καταγράφω άφιξη υπογράφοντας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Please sign in when you arrive.
sign off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (end a letter)κλείνω, ολοκληρώνω, τελειώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (γράμμα, επιστολή κ.λπ.)κλείνω, ολοκληρώνω, τελειώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Debbie signed off by telling Ian how much she missed him.
 Η Ντέμπι έκλεισε λέγοντας στον Ίαν πόσο πολύ της έλειπε.
sign off with [sth] vi phrasal + prep (end a letter) (μτφ: ένα γράμμα)κλείνω, ολοκληρώνω, τελειώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 My father always signed off with "love and kisses, Dad".
 Ο πατέρας μου πάντα κλείνει γράφοντας «με αγάπη, φιλάκια, μπαμπάς».
sign off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (end a broadcast) (μτφ: τη μετάδοση)κλείνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 This is WKRP in Cincinnati, signing off at midnight.
sign off with [sth] vi phrasal + prep (end a broadcast) (μτφ: πχ με τα λόγια)κλείνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Ed Murrow always signed off with the words: "Good night, and good luck".
 Ο Έντ Μάροου πάντα έκλεινε λέγοντας: «Καληνύχτα και καλή τύχη».
sign off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." US, informal (stop doing [sth])σταματάω, σταματώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εγκαταλείπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
sign off on [sth] vi phrasal + prep informal (authorize) (καθομ: εγκρίνω)υπογράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
sign on vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." UK (claim unemployment benefit)κάνω αίτηση για επίδομα ανεργίας ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
sign on vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." US (join)συμμετέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
sign out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (leaving building)υπογράφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κατά λέξη)υπογράφω κατά την έξοδο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Please sign out in Reception before you leave the building. Please sign out at the front desk.
 Παρακαλώ υπόγραψε στην υποδοχή πριν εγκαταλείψεις το κτίριο.
sign out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (of computer, website)αποσυνδέομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω αποσύνδεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Don't forget to sign out when you've finished using the computer.
 Μην ξεχάσεις να αποσυνδεθείς όταν τελειώσεις με τον υπολογιστή.
sign [sth] out vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (borrowing [sth])δηλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κατά λέξη)υπογράφω για να δανειστώ κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Have you signed that piece of apparatus out?
 Υπέγραψες για να δανειστείς τον εξοπλισμό;
sign up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (enrol, register)γίνομαι μέλος σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)γράφομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (λόγιο)εγγράφομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 It's time to sign up for the volleyball team. Practice starts next week.
 Καιρός να γραφτείς στην ομάδα βόλεϊ. Η προπόνηση αρχίζει την επόμενη εβδομάδα.
sign up for [sth] vi phrasal + prep (enrol, register) (σε κάτι)εγγράφομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω εγγραφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)γράφομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Have you signed up for the French translation course next spring?
 Γράφτηκες στο μάθημα μετάφρασης από τα Γαλλικά την επόμενη άνοιξη;
sign up for [sth] vi phrasal + prep informal, figurative (consent)συμφωνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη: σε/για κτ)δηλώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 More than 120 patients signed up for the clinical trial.
 Περισσότεροι από 120 ασθενείς δηλώθηκαν για την κλινική μελέτη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
American Sign Language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deaf language of North America)Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
ASL nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (American Sign Language)Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα φρ ωσ ουσ θηλ
  Νοηματική Γλώσσα ΗΠΑ φρ ωσ ουσ θηλ
at sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (symbol: @)παπάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
BSL nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (British Sign Language)Βρεταννική Νοηματική Γλώσσα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
call letters nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (TV, radio station: code)αριθμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
call sign,
call signal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(TV, radio station: code)διακριτικό σήμα επίθ + ουσ ουδ
cosign [sth],
co-sign [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(sign jointly)συνυπογράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
cross,
sign of the cross
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(hand gesture: crossing body) (κίνηση με το χέρι)σταυρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  ο σταυρός μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The priest noticed Mark's hastily made cross as he entered the church.
danger sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literal (public notice warning of danger) (κυριολεκτικά)σήμα κινδύνου ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The swimmers ignored the clearly-posted danger signs, and were swept out to sea when the tide turned.
danger sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (indication or warning) (μεταφορικά)σήμα κινδύνου ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The Government ignored all the danger signs and, through its failure to regulate the banks, precipitated the worst economic crisis in years.
dollar sign (symbol)σύμβολο του δολαρίου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
equal sign (US),
equals sign (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(mathematics symbol: =)ίσον ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The math teacher told her students to write the answers after the equals signs.
fig,
fig sign
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(rude gesture made with thumb)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Η χειρονομία αυτή δεν συναντάται στην Ελλάδα.
 Ben made a fig at Stan.
hash,
hash sign
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(number sign: #)δίεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
minus sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (symbol: subtraction -)μείον ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  σύμβολο του μείον περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 On a keyboard the minus sign and the hyphen are interchangeable.
multiplication sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mathematical symbol: x)σύμβολο πολλαπλασιασμού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
negative sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bad omen)αρνητικός οιωνός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 He was hopeful that they could still have a picnic, but the clouds forming overhead were a negative sign.
negative sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mathematical symbol: minus sign) (μαθηματικό σύμβολο)μείον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
outward sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (visible indication)εξωτερικό σημάδι επίθ + ουσ ουδ
  εξωτερική ένδειξη επίθ + ουσ θηλ
peace sign (symbol)σήμα της ειρήνης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
picket sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (protestor's placard bearing a slogan)πλακάτ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  πλακάτ διαμαρτυρίας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
plus sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mathematics: +)συν ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Use a plus sign between the numbers you are adding.
pound sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hash mark)δίεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
pound sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (British pound symbol)σύμβολο της λίρας Αγγλίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
road sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (traffic notice) (στο δρόμο)πινακίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Didn't you see the road sign? - it said 'Cattle Crossing Ahead'.
roadsign,
road sign
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(notice to traffic)πινακίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σήμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Does that yellow road sign mean yield?
shop sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (panel or lettering outside a store) (καταστήματος)ταμπέλα, πινακίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
sign a petition v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (add one's name to support a campaign)υπογράφω αίτηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They asked me to sign a petition against it, but I refused.
sign for [sth] vi + prep (acknowledge receipt) (για κάτι)υπογράφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κατά λέξη)υπογράφω για παραλαβή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I will sign for this so you have a record of delivery.
 Θα υπογράψω για αυτό για να καταχωρήσετε την παραλαβή.
sign for [sb] vi + prep (sign on behalf of [sb] else)υπογράφω αντί κάποιου, υπογράφω για λογαριασμό κάποιου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)υπογράφω για κάποιον περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Pass me the letter and I'll sign for him as he's not available just now.
 Δώσε μου το γράμμα και θα υπογράψω εγώ για αυτόν καθώς δεν είναι διαθέσιμος τώρα..
sign language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deaf language: visual signs)νοηματική γλώσσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He can communicate perfectly by using sign language.
 Μπορεί και επικοινωνεί τέλεια χρησιμοποιώντας τη νοηματική γλώσσα.
sign language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (communication by gesture)γλώσσα του σώματος, επικοινωνία με χειρονομίες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
sign of the cross (religion) (κίνηση χεριού)σταυρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (επίσημο)το σημείο του σταυρού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
sign out of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (computer, website) (από κάτι)αποσυνδέομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω αποσύνδεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (από ιστοσελίδα)βγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 When you've finished shopping, you should sign out of the site.
 Όταν τελειώσεις με τα ψώνια πρέπει να βγεις από την ιστοσελίδα.
sign [sth] over vtr + adv (transfer legally) (εγγράφως, με υπογραφή)εκχωρώ, μεταβιβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It won't be his property until you have legally signed it over.
sign [sth] over to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (transfer legally to [sb](κάτι σε κάποιον)εκχωρώ, μεταβιβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He signed over the house to his ex-wife and their children.
sign [sb] up vtr + adv (enrol [sb])εγγράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)γράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)δηλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They signed their children up at the local swimming pool.
 Έγραψαν τα παιδιά τους στην πισίνα της γειτονιάς.
sign [sb] up for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (enrol [sb] for [sth](κάποιον σε κάτι)εγγράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)γράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The mother signed her kids up for summer camp.
 Η μητέρα έγραψε τα παιδιά της στην καλοκαιρινή κατασκήνωση.
sign [sb] up to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (enrol [sb] to do [sth](κάποιον σε κάτι)εγγράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)γράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Amanda signed her mother up to do a six-week computer course for beginners.
 Η Αμάντα έγραψε τη μητέρα της σε ένα μάθημα υπολογιστών για αρχάριους διάρκειας έξι εβδομάδων.
sign up to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (agree to do [sth](να κάνω κτ)συμφωνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ότι/πως θα κάνω κτ)δηλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Brian signed up to take part in a sponsored bike ride for charity.
 Ο Μπράιαν δήλωσε ότι θα λάβει μέρος σε μια χορηγούμενη ποδηλατοδρομία για φιλανθρωπικό σκοπό.
sign-in sheet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (register signed on entry) (προσέλευση, παρουσία)φύλλο εγγραφής, έντυπο υπογραφής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
star sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (one of 12 signs of the Zodiac)ζώδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
stop sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (signal instructing drivers to brake)στοπ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 It's very simple: if there's a stop sign, stop.
street sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (panel bearing a road name)πινακίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)πινακίδα οδού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (κατά λέξη, επίσημο)πινακίδα ονοματοθεσίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
sure sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clear indication)ξεκάθαρο σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης
 When she starts tapping her foot it's a sure sign she's angry.
tell-tale sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (visible indication)ενδεικτικό σημάδι επίθ + ουσ ουδ
telltale sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (indication)ένδειξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Spots of blood were a telltale sign that a violent crime had been committed.
traffic sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (notice to vehicles)πινακίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Some drivers seem incapable of even seeing traffic signs.
warning sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] that indicates danger)προειδοποιητικό σήμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Pains in the chest are a warning sign of heart attacks.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sign' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: sign your [name, initials, signature, full name], a [road, street, traffic, store, warning, chemical] sign, [learn, teach, use] sign language, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sign στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sign'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης