sighted

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsaɪtɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsaɪtɪd/ ,USA pronunciation: respelling(sītid)


Σε αυτή τη σελίδα: sighted, sight

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sighted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not blind, able to see)που έχει όραση, που βλέπει, που μπορεί να δει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Sighted people experience the world differently from blind people.
sighted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (observed, spotted)που θεάθηκε, που παρατηρήθηκε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που εντοπίστηκε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The colorful bird was sighted here.
sighted,
-sighted
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
as suffix (having a certain kind of sight) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Ανάλογα με την περίπτωση, κάποιος που έχει κάποια ιδιαιτερότητα στην όραση, π.χ. που έχει μυωπία, που έχει οξεία όραση κ.λπ.
 I need glasses to read because I am long-sighted.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (eyesight)όραση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)φως ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My sight isn't very good without glasses on.
 Η όρασή μου δεν είναι τόσο καλή χωρίς τα γυαλιά μου.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Κινδύνεψε να χάσει το φως του.
sight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (view)θέα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  θέαμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)εικόνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The sight is amazing from on top of the Ferris wheel.
 Η θέα από τη ρόδα του λούνα παρκ ήταν μαγευτική
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το θέαμα που αντίκρισαν οι αστυνομικοί ήταν αποκρουστικό.
a sight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spectacle, [sth] to see)αξιοθέατος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  θέαμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: θέαμα: Για να αποδοθεί το νόημα πρέπει να συνοδεύεται από επίθετο.
 The protest was certainly a sight to see.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η παρουσία τόσων αυτοκινήτων σε αυτό το μικρό χωριό ήταν κάτι το αξιοθέατο.
 Η διαμαρτυρία ήταν αναμφίβολα ενδιαφέρον θέαμα.
a sight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] ugly) (με επίθετο)θέαμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (απαίσιο θέαμα)χάλι, χάλια επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Then he came out with his shirt unbuttoned. What a sight that was!
 Στη συνέχεια βγήκε με το πουκάμισο ξεκούμπωτο. Τι απαίσιο θέαμα!
sight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gun: sighting device)στόχαστρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  σκόπευτρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He looked through the sight for a few seconds while aiming the gun.
 Κοίταξε μέσα από το στόχαστρο για μερικά δευτερόλεπτα, ενώ σημάδευε με το όπλο.
the sights nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (tourist attractions, landmarks)αξιοθέατα επίθ ως ουσ ουδ πλ
 Kara and her boyfriend stayed in Montreal for several days and saw the sights.
 Η Κάρα και το αγόρι της έμειναν στο Μόντρεαλ για μερικές μέρες και είδαν τα αξιοθέατα.
sight [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (observe, spot)βλέπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After waiting an hour the tourists were delighted to sight dolphins.
 Αφού περίμεναν μία ώρα, οι τουρίστες ενθουσιάστηκαν που είδαν δελφίνια.
sight [sth] towards [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (weapon: aim) (κάτι με κάτι)στοχεύω, σημαδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι προς/σε κάτι)στρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He sighted the arrow towards the target.
 Σημάδεψε το στόχο με το βέλος.
 Έστρεψε το βέλος προς το στόχο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
sighted | sight
ΑγγλικάΕλληνικά
clear-sighted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (seeing the truth)οξυδερκής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που βλέπει τα πράγματα ως έχουν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 He wasn't able to fool his clear-sighted mother.
farsighted (US),
long-sighted,
longsighted (UK)
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(difficulty seeing near objects)που βλέπει μακριά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
farsighted (US),
far-sighted (UK)
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (having foresight)που μπορεί να προβλέπει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  διορατικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
keen-sighted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (observant)οξυδερκής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (ανεπίσημο)αετομάτης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (κατά λέξη)που έχει οξεία όραση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
longsighted,
long-sighted
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(able to see clearly over distance)μακρύθωρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
longsighted,
long-sighted
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (prudent)διορατικός, οξυδερκής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
partially-sighted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having impaired vision)με μερική απώλεια όρασης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
sharp-sighted,
sharpsighted
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (perceptive, insightful)οξυδερκής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
sharp-sighted,
sharpsighted
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
literal (having keen eyesight, observant)που έχει οξεία όραση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  με οξεία όραση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που βλέπει καλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
shortsighted,
short-sighted
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (failing to plan ahead) (μεταφορικά)κοντόφθαλμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Congress' bill to reduce taxes on greenhouse gas companies was shortsighted.
 Το νομοσχέδιο του Κογκρέσου για τη μείωση των φόρων σε εταιρείες που εκπέμπουν αέρια που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου ήταν κοντόφθαλμο.
short-sighted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK (myopic)που έχει μυωπία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μύωπας επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The test showed that Toby was shortsighted and needed glasses.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sighted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sighted στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sighted'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης