sigh

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsaɪ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/saɪ/ ,USA pronunciation: respelling(sī)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sigh viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (express [sth] with breath sound)αναστενάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ξεφυσάω, ξεφυσώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The teacher sighed as Mike gave his latest excuse for not doing his homework.
 Ο δάσκαλος αναστέναξε, όταν ο Μάικ είπε την τελευταία του δικαιολογία για το ότι δεν έκανε τις εργασίες του.
sigh nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (expressive breath sound)αναστεναγμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Linda's father's sigh told her how disappointed he was when he realised she had forgotten her mother's birthday again.
 Ο αναστεναγμός του πατέρα της Λίντα της έδωσε να καταλάβει πόσο απογοητευμένος ήταν όταν διαπίστωσε ότι εκείνη είχε ξεχάσει πάλι τα γενέθλια της μητέρας της.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sigh nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (sound: escaping air)φύσημα, ξεφύσημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)αναστεναγμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The airbed deflated with a sigh.
sigh,
sigh for,
sigh after
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(pine, yearn)λαχταράω, λαχταρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Rachel is still sighing after that promotion.
sigh [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (express with a sigh)αναστενάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 "Not again," Martin sighed, looking at his watch and seeing that Adam was half an hour late.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
heave a sigh v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (sigh heavily)βαριαναστενάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  αναστενάζω βαριά ρ αμ + επίρ
Σχόλιο: Commonly used with a adjective or prepositional phrase.
 Max heaved a heavy sigh.
sigh of relief nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (audible breath when difficulty is over)αναστεναγμός ανακούφισης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Prudence heaved a sigh of relief as her beloved horse was freed from the mud.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sigh' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: let out a sigh of [relief, joy, satisfaction, despair, desperation], could hear sighs of pleasure coming from, let out a [deep, long, soft, reluctant] sigh, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sigh στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sigh'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης