sift

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɪft/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/sɪft/ ,USA pronunciation: respelling(sift)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sift [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sieve: flour, sugar)κοσκινίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εικοτολογία β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Sift the flour to remove any lumps.
 Κοσκίνησε το αλεύρι για να αφαιρέσεις τα σβωλάκια.
sift [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sieve, strain: sand, etc.)κοσκινίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  περνάω από σίτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The old man sifted the sand to look for bits of gold.
 Ο ηλικιωμένος άνδρας κοσκίνισε την άμμο ψάχνοντας κομματάκια χρυσού.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
sift [sth] out,
sift out [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
figurative (remove, eliminate)εξαλείφω, απομακρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ξεσκαρτάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The hiring department will sift out the candidates who are not suitable for the position.
sift out,
sift [sth] out
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(remove by sieving) (κυριολεκτικά)κοσκινίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 In most countries, farmers sift out grain from husk manually.
sift through [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative (sort through: papers)ξεσκαρτάρω, ξεκαθαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I was sifting through papers when I found your letter.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sift' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: sift [sugar, flour], sift through a [mixer, colander, sieve], sift flour [into, onto], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sift στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sift'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης