sidle

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsaɪdəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsaɪdəl/ ,USA pronunciation: respelling(sīdl)


Inflections of 'sidle' (v): (⇒ conjugate)
sidles
v 3rd person singular
sidling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
sidled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
sidled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sidle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (walk sideways)περπατάω πλάγια ρ αμ + επίθ
  (μεταφορικά)πάω σαν τον κάβουρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (από κάτι)περνάω με το πλάι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The doorway was narrow and Sharon had to sidle through it.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sidle up to [sb/sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (move furtively)πλησιάζω κρυφά κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πλησιάζω κπ χωρίς να με πάρει χαμπάρι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πλησιάζω προσεκτικά κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The cowboy sidled up to the bar and ordered a whiskey.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sidle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sidle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης