sick

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/sɪk/ ,USA pronunciation: respelling(sik)


Inflections of 'sick' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
sicker
adj comparative
sickest
adj superlative
Σε αυτή τη σελίδα: sick, sic
Ο όρος 'sick' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'sic'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'sick' is an alternate term for 'sic'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." mainly US (ill)άρρωστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I can't come in to the office today; I'm sick. Maria took the sick puppy to the vet.
 Δεν μπορώ να έρθω στο γραφείο σήμερα. Είμαι άρρωστη. Η Μαρία πήγε το άρρωστο κουτάβι στον γιατρό.
feel sick vi + adj mainly UK (be nauseous)έχω ναυτία, έχω τάση για εμετό ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (καθομιλουμένη)ανακατεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  αναγουλιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  μου έρχεται αναγούλα, μου έρχεται εμετός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I felt sick after eating a whole bag of sweets.
 Ένιωσα ναυτία, αφού έφαγα μια ολόκληρη σακούλα γλυκά.
be sick vi + adj mainly UK (vomit)κάνω εμετό ρ μ + ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη, άκομψο)ξερνάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Jane is being sick again. She should not have eaten all those cakes.
 Η Τζέιν έκανε πάλι εμετό. Δεν έπρεπε να φάει όλα εκείνα τα κέικ.
be sick of [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be weary or bored of [sth/sb](με κάτι, από κάτι)μπουχτίζω, βαριέμαι, κουράζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κάτι/κάποιον)βαριέμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι/κάποιος)με έχει κουράσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (πιο έντονο: κάτι/κάποιον)σιχαίνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After all this snow, I am really sick of winter!
 Μετά από όλο αυτό το χιόνι μπούχτισα από τον χειμώνα!
be sick of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be weary of doing [sth])βαρέθηκα, κουράστηκα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)μπούχτισα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm sick of looking for shoes for you; please pick something out.
 Βαρέθηκα να ψάχνουμε να σου βρούμε παπούτσια. Διάλεξε κάτι σε παρακαλώ.
sick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (disgusted)αηδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προκαλώ αηδία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κατά λέξη)αηδιασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 That man makes me sick! He is so rude!
 Αυτός ο άνθρωπος με αηδιάζει! Εϊναι τόσο αγενής!
 Αυτός ο άνθρωπος μου προκαλεί αηδία! Εϊναι τόσο αγενής!
sick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (perverted, disgusting)διαστροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)ανωμαλία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  βίτσιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Eating worms! That's sick!
 Να τρως σκουλήκια; Αυτό είναι διαστροφή!
be sick with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (feel extreme: worry, anxiety, fear) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)με τρώει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)τρελαίνομαι από κτ ρ αμ + προθ
  (αργκό)φρικάρω από κτ ρ αμ + προθ
 The boy's mother was sick with worry when he didn't come home.
 Το αγόρι δεν γύρισε σπίτι και τη μητέρα του την είχε φάει η αγωνία.
 Το αγόρι δεν γύρισε σπίτι και η μητέρα του είχε τρελαθεί από αγωνία.
 Το αγόρι δεν γύρισε σπίτι και η μητέρα του είχε φρικάρει από την αγωνία.
sick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal (vomit)εμετός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη, άκομψο)ξερατό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I stepped in a puddle of sick.
 Πάτησα σε μια λιμνούλα από εμετό.
sick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." slang (amazing, cool)τέλειος, υπέροχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)φοβερός, απίθανος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό)άπαιχτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό, ενίοτε προσβλητικό)γαμάτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You're getting a brand new car for your birthday? Dude, that's sick!
 Θα σου κάνουν δώρο ένα ολοκαίνουριο αυτοκίνητο για τα γενέθλιά σου; Φίλε, αυτό είναι τέλειο (or: φοβερό)!
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sick [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (dog: urge to attack)ορμάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (εντολή, πρόσταγμα)πάνω του, επάνω του επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Sick him, boy!
 Όρμα του αγόρι μου!
 Πάνω του αγόρι μου!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sic advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (written thus)αυτολεξεί επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 A teacher must pay attention to each child and his (sic) individual needs.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sic [sth] on [sb],
sick [sth] on [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(urge dog to attack)διατάσσω ζώο να επιτεθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)αμολώ ζώο εναντίον κάποιου, αμολάω ζώο εναντίον κάποιου, ξαμολάω ζώο εναντίον κάποιου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)εξαπολύω ζώο κατά ενός ατόμου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
sic [sb],
sick [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(command to dog) (καθομιλουμένη, προστακτική: σε σκύλο)όρμα ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  φά’ τον, πάνω του έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Sick him, boy!
sic [sth/sb] on [sb],
sick [sth/sb] on [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
figurative (urge to pursue)στρέφω κτ εναντίον κπ, εξαπολύω κτ εναντίον κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
sick | sic
ΑγγλικάΕλληνικά
call in sick,
phone in sick
vi phrasal + adj
(notify boss you will be off sick)λέω στην δουλειά πως είμαι άρρωστος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
sick | sic
ΑγγλικάΕλληνικά
carsick,
UK: car-sick
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(nauseous from car travel)που υποφέρει από ναυτία μέσα σε αυτοκίνητο επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
be fed up to the back teeth of doing [sth],
be sick to the back teeth of doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (be exasperated by [sth] repeated)είμαι έως εδώ με κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κτ με έχει φέρει ως εδώ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She said angrily that she was fed up to the back teeth of hearing us bicker.
feel seasick vi + adj (on boat: suffer motion sickness)έχω ναυτία ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I prefer to travel by plane as I usually feel seasick on the ferry.
feel sick v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (feel nauseous)ανακατεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I was starting to feel sick so I drank a lot of orange juice for vitamin C.
get sick v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (fall ill, become unwell)αρρωσταίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Yesterday I got so sick I couldn't go to work. I hope I don't get sick this winter.
 Χθες αρρώστησα τόσο πολύ που δεν μπορούσα να πάω στη δουλειά. Ελπίζω να μην αρρωστήσω φέτος τον χειμώνα.
make [sb] feel sick v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (nauseate [sb](κάτι εμένα)μου φέρνει ναυτία, μου φέρνει αναγούλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά: κάτι εμένα)με ανακατεύει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)κάνει το στομάχι μου να ανακατεύεται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I couldn't stay with him at the hospital because the sight of blood makes me feel sick.
make [sb] feel sick v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (disgust or offend [sb])προκαλώ αηδία, προκαλώ αποστροφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αηδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αηδιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Hearing about the mass murder made me feel sick.
 Τα νέα για τη μαζική δολοφονία μου προκάλεσαν αηδία.
 Όταν άκουσα για τη μαζική δολοφονία αηδίασα.
make [sb] sick vtr + adj (cause to vomit or feel nauseous)φέρνω σε κπ αναγούλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αηδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αναγουλιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The sight of blood makes him sick.
make [sb] sick vtr + adj figurative (disgust morally) (μεταφορικά)αηδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)φέρνω σε κπ αναγούλα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It makes me sick to hear such racist views.
ring in sick v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (phone work when unwell)τηλεφωνώ στη δουλειά για να ζητήσω άδεια ασθενείας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τηλεφωνώ για να δηλώσω ασθένεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
ring in sick v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (phone work pretending to be unwell)τηλεφωνώ στη δουλειά για να ζητήσω άδεια ασθενείας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τηλεφωνώ για να δηλώσω ασθένεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)το παίζω άρρωστος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
seasick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (nauseous from boat travel)που έχει ναυτία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)που ανακατεύεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Evelyn was seasick on the boat.
be sick and tired of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (have had enough of)έχω μπουχτίσει, έχω βαρεθεί, έχω κουραστεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν αντέχω άλλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω σιχαθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μπούχτισα, βαρέθηκα, κουράστηκα, σιχάθηκα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm sick and tired of living in this freezing cold house.
get sick and tired of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (start to be weary, exasperated)δεν αντέχω άλλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)κουράστηκα, βαρέθηκα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  με κούρασε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'm getting sick and tired of that child's whining!
sick as a parrot adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, humorous, dated, slang (very disappointed) (μτφ: απογοητευμένος)βάζω μαύρες πλερέζες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
sick bay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (infirmary)νοσηλευτήριο, θεραπευτήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The soldier reported immediately to sick bay.
sick building syndrome (pathology)σύνδρομο ανθυγιεινών κτιρίων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
sick day (paid absence)αναρρωτική επίθ ως ουσ θηλ
sick leave,
also UK: sickness leave
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time off work for illness)αναρρωτική άδεια επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)αναρρωτική επίθ ως ουσ θηλ
 Freddy's teacher has been on sick leave for three weeks or more.
 Ο δάσκαλος του Φρέντυ λείπει με αναρρωτική άδεια εδώ και τρεις εβδομάδες ή και περισσότερο.
sick list nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (register of staff who are ill)κατάσταση ή κατάλογος ασθενούντων έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The company currently has a long sick list because so many people have got the flu.
sick mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unhealthy mental state)αρρωστημένο μυαλό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
sick note nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (proof of illness)χαρτί γιατρού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
sick pay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (compensation for absence while ill)επίδομα ασθενείας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I've already used up all my sick pay for this financial year.
sick person nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (patient, [sb] who is unwell)ασθενής, άρρωστος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 It is a nurse's job to look after sick people.
sick puppy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, slang (mentally ill or depraved person) (μεταφορικά, καθομ)άρρωστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
be sick to death of [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (have had enough of)μπουχτίζω με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  με κούρασε κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  βαρέθηκα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
take sick v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (become ill)αρρωσταίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κρυολόγημα)την αρπάζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She has taken sick after the weekend.
travel-sick,
travel sick,
travelsick
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
UK (car sick, motion-sick) (μέσα σε όχημα)που ζαλίζεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που υποφέρει από ναυτία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
worried sick about [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (extremely anxious about [sb] or [sth])που έχει τρελαθεί από την αγωνία του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Where have you been? You're two hours late - I've been worried sick!
worry yourself sick v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be anxious) (μεταφορικά)πεθαίνω από την αγωνία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αγωνιώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 When I didn't hear from him for a month, I worried myself sick instead of calling him.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sick' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: sick [him, 'em]!, [care, benefits, aids, treatment, services] for the sick, a sick bag, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sick στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sick'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης