shovel

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈʃʌvəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈʃʌvəl/ ,USA pronunciation: respelling(shuvəl)

Inflections of 'shovel' (v): (⇒ conjugate)
When both "l" and "ll" forms exist, spellings with a double "l" are correct, but rare, in US English, while those with a single "l" are not correct in UK English.
shovels
v 3rd person singular
shovelling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing." (Mainly UK)
shoveling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing." (US)
shovelled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (Mainly UK)
shoveled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (US)
shovelled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (Mainly UK)
shoveled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (US)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shovel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tool for digging)φτυάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The gravedigger leaned on his shovel.
 Ο νεκροθάφτης έγειρε πάνω στο φτυάρι του.
shovel [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (dig or move with shovel)φτυαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σκάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βγάζω με το φτυάρι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Laura shoveled earth out of the hole she was digging for a garden pond.
 Η Λώρα έβγαζε με το φτυάρι το χώμα από την τρύπα που έσκαβε για τη λιμνούλα του κήπου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shovel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shovelful) (κίνηση και ποσότητα)φτυαριά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ποσότητα)φτυάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The hole grew bigger as each shovel of soil was removed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
shovel up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (collect or scoop)φτυαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Workers had to spend weeks shovelling up the tar that had been washed onto the beach.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
snow shovel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spade for clearing snow)φτυάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)φτυάρι για το χιόνι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
steam shovel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (digging machine)ατμοκίνητο φτυάρι επίθ + ουσ ουδ
  ατμοκίνητος εκσκαφέας επίθ + ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'shovel' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [garden, toy, metal, plastic, snow, large, small] shovel, a [diesel, hydraulic, mechanical] shovel, use a shovel to dig [sand, weeds, soil], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση shovel στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'shovel'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης