sheer

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈʃɪər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ʃɪr/ ,USA pronunciation: respelling(shēr)

Inflections of 'sheer' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
sheerer
adj comparative
sheerest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sheer adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (utter)απολύτως, εντελώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  απόλυτος, πλήρης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)σκέτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 That idea is sheer genius!
 Η ιδέα είναι απολύτως μεγαλοφυής!
sheer adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (pure)αγνός, καθαρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σκέτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  απόλυτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The children squealed with sheer joy at being sprayed with water.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τα μάτια της φωτίστηκαν από αισθήματα αγνής χαράς όταν άκουσε τα νέα.
sheer adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (alone, by itself)μόνο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (εμφατικός τύπος)και μόνο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  από μόνος μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The sheer number of applicants for this job shows how serious a problem we have with unemployment.
 Μόνο ο αριθμός των αιτήσεων γι' αυτή τη δουλειά δείχνει πόσο σοβαρό πρόβλημα υπάρχει με την ανεργία.
 Ο αριθμός των αιτήσεων και μόνο γι' αυτή τη δουλειά δείχνει πόσο σοβαρό πρόβλημα υπάρχει με την ανεργία.
 Ο αριθμός των αιτήσεων γι' αυτή τη δουλειά δείχνει από μόνος του πόσο σοβαρό πρόβλημα υπάρχει με την ανεργία.
sheer adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fabric: fine, thin)λεπτός, διάφανος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αραχνοΰφαντος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The sheer curtain did not provide any privacy.
 Η διάφανη κουρτίνα δεν εξασφάλιζε καθόλου απομόνωση.
sheer adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (cliff: steep, vertical)απότομος, απόκρημνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (γωνία, κλίση)κατακόρυφος, κάθετος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Standing at the foot of the sheer cliff face, Mark wondered how he would ever get to the top.
 Καθώς στεκόταν στους πρόποδες του απότομου γκρεμού ο Μαρκ αναρωτιόταν πώς θα έφτανε στην κορυφή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sheer advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (vertically)κατακόρυφα, κάθετα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The grey cliffs rise sheer from the blue water to a height of about a thousand feet.
sheer advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (completely)εντελώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (ανεπίσημο)τέρμα ουσ ως επίρουσιαστικό σε θέση επιρρήματος: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίρρημα, π.χ. με πείραξε κομματάκι η στάση σου κλπ.
 A few minutes later they flew sheer into a thick bank of clouds and were nearly lost.
sheer viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (nautical: change course)στρίβω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  αλλάζω πορεία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  λοξοδρομώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (από λάθος)στραβοτιμονιάζω, παρατιμονιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The boat sheered to starboard.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
robbery,
sheer robbery,
daylight robbery
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative, informal (excessively high price) (μεταφορικά)ληστεία, κλοπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)κλεψιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Twenty pounds for that? That's daylight robbery!
 Είκοσι λίρες γι' αυτό; Αυτό είναι σκέτη κλεψιά!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sheer' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [boat, plane, car] sheered away, the [boat] sheered to the [left, right, north, south], the [boat] sheered [north, south, inland], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sheer στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sheer'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης