Σε αυτή τη σελίδα: sharing, share

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sharing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dividing [sth] up between people)μοιρασιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  διανομή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)καταμερισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The enormous bag of chips was intended for sharing, but Joe ate them all by himself!
sharing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (allowing others a turn to enjoy [sth](μεταφορικά)μοιράζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  το να μοιράζομαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: το να μοιράζομαι: Χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό.
 Kim told her sons that sharing was important; they should not fight over their toys.
sharing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal (communicating thoughts and feelings) (μτφ: σκέψεις, συναισθήματα)μοιράζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)ανοίγομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  το να μοιράζομαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  το να ανοίγομαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: το να μοιράζομαι, το να ανοίγομαι: Χρησιμοποιούνται ως ουσιαστικά.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το να μοιράζομαι τα συναισθήματά μου με βοηθάει να νιώσω καλύτερα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
share [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (use together)μοιράζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μόνο σπίτι, διαμέρισμα)συγκατοικώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Amy and Ron share an apartment.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μοιράζομαι το δωμάτιό μου με την αδερφή μου.
 Η Έιμι και ο Ρον συγκατοικούν σε ένα διαμέρισμα.
share [sth] with [sb/sth] vtr + prep (use [sth] together)μοιράζομαι κτ με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 Kathy shares the house with her sister.
share [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (allow others to use)μοιράζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The children in the class had to share the textbooks.
share [sth] with [sb/sth] vtr + prep (allow [sb] to use [sth])μοιράζομαι κτ με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 Gary shared the toy with his brother.
share viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be cooperative)μοιράζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Small children must learn how to share.
 Τα μικρά παιδιά πρέπει να μαθαίνουν να μοιράζονται.
share nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part, percentage)μερίδιο, μέρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (παλαιό, καθομιλουμένη)μερτικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Each of us gets a share of the profits.
 O κάθε ένας από εμάς θα πάρει ένα μερίδιο (or: μέρος) από τα κέρδη.
share,
shares
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
usu. plural (finance: equity)μετοχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Every employee has shares in the company.
 Όλοι οι υπάλληλοι έχουν μετοχές της εταιρείας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
share [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." esp UK (tell)λέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)κοινοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You have some news about her? Oh, do share it!
 Έμαθες κάτι για κείνη; Έλα, πες το μου!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
sharing | share
ΑγγλικάΕλληνικά
cost sharing,
cost-sharing
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(fee split between two parties)διαμοιρασμός κόστους, επιμερισμός κόστους φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 Health insurance plans have various cost-sharing structures.
job sharing,
job-sharing
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(dividing a job position)επιμερισμός θέσης εργασίας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
profit sharing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (employees share profits)συμμετοχή στα κέρδη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (οικονομικός όρος)προγράμματα μερισμού των κερδών φρ ως ουσ ουδ πλ
 The company offers its employees profit sharing in addition to a paid pension and paid insurance.
profit-sharing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (plan, scheme)σχετικά με την κατανομή κερδών, σχετικά με τη συμμετοχή στα κέρδη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
sharing with others nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (allowing other people a turn to enjoy [sth])το να μοιράζομαι φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
time-sharing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (joint ownership of property)κοινή ιδιοκτησία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Time-sharing was a very popular investment proposition in the 1980s.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sharing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the sharing of [information, data, knowledge, ideas, resources]], a sharing community, [car, house, apartment, dorm, task, file] sharing, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sharing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sharing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης