shape

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'shape', 'SHAPE': /ˈʃeɪp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ʃeɪp/ ,USA pronunciation: respelling(shāp)

Inflections of 'shape' (v): (⇒ conjugate)
shapes
v 3rd person singular
shaping
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
shaped
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
shaped
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physical form)σχήμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The candy was in the shape of an egg.
 Το γλυκό είχε σχήμα αυγού.
shape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (figure, polygon, etc.)σχήμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The children were learning to draw simple shapes like triangles and squares.
 Τα παιδιά μάθαιναν να σχεδιάζουν απλά σχήματα όπως τρίγωνα και τετράγωνα.
shape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (condition)κατάσταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 That house we saw was in bad shape. It needs a lot of repair.
 Αυτό το σπίτι ήταν σε άσχημη κατάσταση. Θέλει πολλές επισκευές.
shape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb]: fitness)φόρμα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  φυσική κατάσταση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Yes, he is in good shape because he runs and goes to the gym.
 Ναι, είναι σε καλή φόρμα (or: φυσική κατάσταση), επειδή κάνει τζόκινγκ και πηγαίνει στο γυμναστήριο.
shape [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (form, mould)δίνω σχήμα, δίνω μορφή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πλάθω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μορφοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He shaped the clay to form a pot.
 Έδωσε στον πηλό σχήμα (or: μορφή) ανθοδοχείου.
 Έπλασε τον πηλό ώστε να σχηματίσει ένα ανθοδοχείο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ghost)μορφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σιλουέτα, φιγούρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This shape emerged from the wall and started speaking to me.
shape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: figure)σιλουέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σώμα, κορμί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Yes, she has a nice shape.
shape [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (adapt)φορμάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The cook shaped the plastic wrap to fit the bowl.
shape [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (determine, influence)καθορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The new boss shaped the way things were done so that the company was more efficient.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
shape up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (get fit)βελτιώνω τη φυσική μου κατάσταση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γυμνάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Going to the gym regularly helped Alice shape up for the marathon.
shape up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal, figurative (improve performance)βελτιώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (ανεπίσημο)συμμαζεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μτφ, καθομιλουμένη)βρίσκω τη φόρμα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Hey boys! Better shape up or you'll be shipping out.
 Ε, παιδιά! Καλύτερα να βελτιωθείτε αλλιώς θα πάρετε πόδι.
shape up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal, figurative (develop) (με επίρρημα ή σε κάτι)εξελίσσομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  διαμορφώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (ανοδική, καλή κλπ)έχω πορεία ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Our sales are shaping up nicely: we'll soon be showing a profit again.
 Οι πωλήσεις μας αρχίζουν να διαμορφώνονται θετικά. Σύντομα, θα έχουμε κέρδος και πάλι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
get back in shape v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (regain fitness)ξαναβρίσκω τη φόρμα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I bought a gym membership to get back in shape.
get bent out of shape,
be bent out of shape
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, slang (be resentful, angry)εξοργίζομαι, θυμώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)τσαντίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)τα παίρνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
get in shape v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (exercise) (μεταφορικά)βρίσκω τη φόρμα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I need to get in shape before the summer bathing suit season starts.
get [sth] in shape v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (get [sth] functioning well)προετοιμάζω, ετοιμάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The crew had to get the car in shape for the final day of the rally.
good shape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (physically fit condition)καλή φυσική κατάσταση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)φόρμα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He's in good shape for a 70-year-old.
in fine shape advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (in good condition)σε φόρμα,σε καλή κατάσταση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Gerard's in fine shape since he lost ten pounds.
 Ο Τζέραρντ είναι σε φόρμα (or: σε καλή κατάσταση) από τότε που έχασε δέκα κιλά.
in good shape adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (person: fit, healthy)υγιής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σε φόρμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 One must exercise regularly to stay in good shape.
in good shape adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (not damaged or worn)σε καλή κατάσταση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 If the car's still in good shape you can sell it for nearly as much as you paid for it new.
in shape adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (person: physically fit)σε φόρμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σε καλή φυσική κατάσταση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Firefighters have to be in shape because their work is physically demanding.
in the shape of [sth] preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (having the form of)με τη μορφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  υπό μορφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
make the shape of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (form)παίρνω το σχήμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  σχηματίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The clouds made the shape of a crocodile.
out of shape adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (person: unfit)που δεν είναι σε φόρμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εκτός φόρμας φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 When I started this dance class, I was really out of shape. I'm so out of shape, I can't even climb one flight of stairs.
shape-shifting adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (able to change shape) (σε γενική)μεταβλητού σχήματος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  που αλλάζει σχήμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που αλλάζει μορφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  με μεταβλητό σχήμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
stay in shape v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (keep fit)κρατιέμαι σε φόρμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  διατηρώ τη φόρμα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Exercising will help you stay in shape.
 Η γυμναστική θα σε βοηθήσει να κρατηθείς σε φόρμα.
take shape v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (develop)παίρνω σαφή μορφή, παίρνω μορφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  διαμορφώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 His ideas are finally starting to take shape.
take the shape of v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (assume the form of)σχηματίζομαι, παίρνω μορφή ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'shape' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: shape the [clay, dough], a [circle, rectangle, triangle] shape, shape your [body, muscles, arms], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση shape στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'shape'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης