shall

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations strong: /ˈʃæl/, weak: /ʃəl/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ʃæl; unstressed ʃəl/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(shal; unstressed shəl)


Inflections of 'shall' (v): (⇒ conjugate)
shall
v aux present
should
v aux past
Σε αυτή τη σελίδα: shall, shalt
Ο όρος 'shall' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'shalt'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'shall' is an alternate term for 'shalt'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shall v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (used to make a suggestion)θα μόριομόριο: Βοηθούν στον σχηματισμό της υποτακτικής και των μελλοντικών χρόνων, π.χ.να ήμουν πάλι παιδί, θα παντρευτώ, ή πρόκειται για άκλιτες λέξεις που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως άλλο μέρος του λόγου.
  (προτροπή)να μόριομόριο: Βοηθούν στον σχηματισμό της υποτακτικής και των μελλοντικών χρόνων, π.χ.να ήμουν πάλι παιδί, θα παντρευτώ, ή πρόκειται για άκλιτες λέξεις που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως άλλο μέρος του λόγου.
Σχόλιο: Επίσης, μπορεί και να μείνει αμετάφραστο, π.χ. Πάμε σινεμά απόψε;
 Shall we go to the cinema tonight?
 Θα πάμε σινεμά απόψε;
 Να πάμε σινεμά απόψε;
shall v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." mainly dated or literary (future tense: will)θα μόριομόριο: Βοηθούν στον σχηματισμό της υποτακτικής και των μελλοντικών χρόνων, π.χ.να ήμουν πάλι παιδί, θα παντρευτώ, ή πρόκειται για άκλιτες λέξεις που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως άλλο μέρος του λόγου.
Σχόλιο: Still used in modern English with first person subject: We shall see you at the weekend.
 Shall you be in attendance at the ball, my lady?
 Θα παραβρεθείτε στον χορό, κυρία μου;
shall v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (command: will)θα μόριομόριο: Βοηθούν στον σχηματισμό της υποτακτικής και των μελλοντικών χρόνων, π.χ.να ήμουν πάλι παιδί, θα παντρευτώ, ή πρόκειται για άκλιτες λέξεις που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως άλλο μέρος του λόγου.
 You shall obey me!
 Θα με υπακούσεις!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shall v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (indicating determination)θα μόριομόριο: Βοηθούν στον σχηματισμό της υποτακτικής και των μελλοντικών χρόνων, π.χ.να ήμουν πάλι παιδί, θα παντρευτώ, ή πρόκειται για άκλιτες λέξεις που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως άλλο μέρος του λόγου.
 You shall go to the ball, Cinderella! That man shall pay for what he has done.
shall v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (indicating certainty)θα μόριομόριο: Βοηθούν στον σχηματισμό της υποτακτικής και των μελλοντικών χρόνων, π.χ.να ήμουν πάλι παιδί, θα παντρευτώ, ή πρόκειται για άκλιτες λέξεις που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως άλλο μέρος του λόγου.
 Our day shall come.
shall v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." often with negative construction (indicating doubt)θα μόριομόριο: Βοηθούν στον σχηματισμό της υποτακτικής και των μελλοντικών χρόνων, π.χ.να ήμουν πάλι παιδί, θα παντρευτώ, ή πρόκειται για άκλιτες λέξεις που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως άλλο μέρος του λόγου.
 I doubt I shall ever have another holiday as good as this one. Jeremy doesn't think he shall ever see Helen again.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shalt,
shall
v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost."
archaic (shall: 2nd person singular)θα μόριομόριο: Βοηθούν στον σχηματισμό της υποτακτικής και των μελλοντικών χρόνων, π.χ.να ήμουν πάλι παιδί, θα παντρευτώ, ή πρόκειται για άκλιτες λέξεις που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως άλλο μέρος του λόγου.
  πρόκειται να ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (προτροπή, υπαγόρευση)να μόριομόριο: Βοηθούν στον σχηματισμό της υποτακτικής και των μελλοντικών χρόνων, π.χ.να ήμουν πάλι παιδί, θα παντρευτώ, ή πρόκειται για άκλιτες λέξεις που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως άλλο μέρος του λόγου.
 "Thou shalt not kill" is one of the Ten Commandments referred in the Torah.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
shall | shalt
ΑγγλικάΕλληνικά
The truth shall set you free. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." Biblical (knowledge is power)η αλήθεια θα σας ελευθερώσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 "The truth shall set you free"; have you ever thought about what that statement means?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'shall' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: Shall I open the [door, window, windows]?, Shall we [go, start, stop]?, Should I help you?, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση shall στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'shall'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης