severance

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɛvərəns/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈsɛvərəns, ˈsɛvrəns/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(sevər əns, sevrəns)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
severance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pay after being fired)αποζημίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The company made Dan redundant, but they paid him severance.
severance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, uncountable (separation, cutting ties)διαχωρισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μεταφορικά)αποκόλληση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The severance of the Church of England from Rome occurred in 1534.
severance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (break, cut)αποκοπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The accident resulted in the complete severance of the limb.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
severance agreement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (contract signed to terminate [sb]'s employment) (από εργασία, σύμβαση έργου)συμφωνητικό αποχώρησης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
severance fund nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (income protection plan)ασφαλιστικό ταμείο επιθ + ουσ ουδ
severance package nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (redundancy payout and benefits) (απόλυση πλεονάζοντος προσωπικού)πακέτο αποζημίωσης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
severance pay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (redundancy payout)αποζημίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I didn't even get any severance pay when I was made redundant.
severance payments nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (redundancy payouts) (από απόλυση)ποσό αποζημίωσης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'severance' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [received, claimed] a severance payment, a [generous, stingy] severance package, has to pay severance [tax, costs], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση severance στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'severance'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης