seventy

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɛvənti/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsɛvənti/ ,USA pronunciation: respelling(sevən tē)

Inflections of 'seventy' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": seventies

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
seventy,
70
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cardinal number: 70)εβδομήντα ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Seventy is ten more than sixty.
seventy,
70
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(70 in number)εβδομήντα επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Sophie picked seventy plums from the tree.
seventy,
70
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(70 years of age)εβδομήντα επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  εβδομήντα ετών, εβδομήντα χρονών φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 Bill is seventy.
your seventies,
your 70s
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(age: 70-79 years)η όγδοη δεκαετία της ζωής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (καθομιλουμένη)τα εβδομήντα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Arnold couldn't believe he was already in his seventies.
 Ο Άρνολντ δεν μπορούσε να πιστέψεις ότι ήταν ήδη στα εβδομήντα του.
the seventies,
the '70s
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(decade: 1970s)η δεκαετία του '70 φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The seventies were a time of political and social change.
seventy,
70
pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday."
(people, things: 70 of them)εβδομήντα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
seventy,
70
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(numeral)εβδομήντα ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 George learned how to write 'seventy' in Roman numerals.
seventy,
70
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(units)εβδομήντα ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Karen was counting sheep and fell asleep when she got to seventy.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
seventy-eight,
78
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (vinyl record: plays at 78 rpm)βινύλιο 78 στροφών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
seventy-five adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (75 of [sth])εβδομήντα πέντε ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 There were seventy-five houses in the street.
seventy-five nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cardinal number: 75)εβδομήντα πέντε ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 His address is seventy-five Maple Avenue.
seventy-five adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (75 years of age)εβδομήντα πέντε ετών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He is seventy-five.
seventy-one nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cardinal number: 71) (τακτικός αριθμός: 71)εβδομήντα ένα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
seventy-one adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (71 of [sth])εβδομήντα ένας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
seventy-one adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (71 years old)εβδομήντα ένα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  εβδομήντα ενός φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
seventy-two nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cardinal number: 72)εβδομήντα δύο ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Seventy-two is the highest number I've ever counted to.
seventy-two adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (72 years old)εβδομήντα δύο ετών, εβδομήντα δύο χρονών, εβδομήντα δύο χρόνων φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  εβδομήντα δύο επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 My grandpa is seventy-two today.
seventy-two adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (72 of [sth])εβδομήντα δύο επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: a (grand) total of seventy, [almost, nearly, roughly, exactly] seventy, a [maximum, minimum, average] of seventy, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση seventy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'seventy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης