Σε αυτή τη σελίδα: seven o'clock, seven
Ο όρος 'seven o'clock' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'seven'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'seven o'clock' is an alternate term for 'seven'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
seven o'clock,
7 o'clock
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 7 A.M.)εφτά η ώρα, επτά η ώρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
seven o'clock,
7 o'clock
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 7 P.M.)εφτά η ώρα, επτά η ώρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
seven,
7
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cardinal number: 7)επτά, εφτά ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (καθομιλουμένη)εφτάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Seven is a lucky number in some cultures.
seven,
7
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(symbol for number 7) (αριθμητικό)επτά, εφτά ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
seven,
7
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(time: 7 o'clock)εφτά, επτά ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 If we have dinner at seven, it will be difficult to see the eight-o'-clock movie.
seven,
7
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(7 in number) (αριθμητικό)επτά, εφτά επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There are seven books here.
 Υπάρχουν επτά (or: εφτά) βιβλία εδώ.
seven,
7
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(7 years of age)εφτά, επτά ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Max is seven now, and in second grade.
seven,
7
pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday."
(people, things: 7 of them)επτά, εφτά ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
7 nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, written (seventh day of specified month)εβδόμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  επτά, εφτά ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: The example would be spoken "April seventh".
 The movie is out in theaters from April 7.
7 nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. mainly UK, written (seventh day of specified month)εβδόμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: The example would be spoken as "(the) seventh of February". This date format is most commonly used in the UK, though it is gaining popularity in the US.
 You'd better hurry up and submit your application; 7 February is the deadline.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
seven,
7
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(playing card: with 7 pips)εφτάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  εφτά, επτά ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 If you draw a seven, you will win this poker hand.
seven nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (team of seven)επτάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  εφτά, επτά επίθ ως ουσ πλ
Σχόλιο: Used with a singular or plural verb
 The seven in the blue shirts are ahead in the match.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση seven o'clock στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'seven o'clock'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης