seek

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsiːk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/sik/ ,USA pronunciation: respelling(sēk)


Inflections of 'seek' (v): (⇒ conjugate)
seeks
v 3rd person singular
seeking
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
sought
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
sought
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
seek vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (look for)αναζητάω, αναζητώ, ψάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, ποιητικό)γυρεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The detective is seeking some clues to the crime.
 Ο αστυνόμος αναζητά (or: ψάχνει) ενδείξεις που αφορούν το έγκλημα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Αυτό το βιβλίο το γύρευα καιρό.
seek [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (try to obtain)επιδιώκω, επιζητώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)κυνηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She seeks fame and fortune.
 Επιδιώκει να έχει δόξα και να κάνει περιουσία.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
seek vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (request)ζητάω, ζητώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We seek advice from wise teachers.
seek vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." literary (inquire)ψάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Seek and you will find!
 Όποιος ψάχνει, βρίσκει!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
seek after vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (search for, try to find)αναζητώ, ψάχνω, γυρεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
seek [sth/sb] out,
seek out [sth/sb]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(search, hunt)αναζητώ, ψάχνω για, κυνηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After moving to a new city, she decided to seek out like-minded people.
 Όταν μετακόμισε σε καινούρια πόλη αποφάσισε να αναζητήσει ομοϊδεάτες της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hide-and-go-seek,
UK: hide-and-seek
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (children's game)κρυφτό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A group of children played hide-and-go-seek in the public park.
seek and destroy,
search and destroy
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(military: find and kill) (στρατιωτικό: εχθρός)εξοντώνω ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)βρίσκω και εξοντώνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
seek justice v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take a matter to court)προσφεύγω στη δικαιοσύνη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
seek peace v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (try to end conflict)επιδιώκω την ειρήνη, αναζητώ ειρηνική λύση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Negotiators are currently seeking peace in the Middle East.
seek refuge vtr + n (look for shelter or protection)αναζητώ καταφύγιο/προστασία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The storm caused the hikers to seek refuge in a cave. The lonely child sought refuge in books.
 Η καταιγίδα ανάγκασε τους πεζοπόρους να αναζητήσουν καταφύγιο στη σπηλιά. Το μοναχικό παιδί αναζήτησε καταφύγιο στα βιβλία.
seek revenge vtr + n (wish to take vengeance on [sb])ζητώ εκδίκηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ψάχνω εκδίκηση, ψάχνω για εκδίκηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
seek to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." formal (attempt or wish to do [sth](προσπαθώ)επιδιώκω, επιζητώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (θέλω)επιθυμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I seek to restore my honour.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'seek' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: seek to [improve, provide, ensure, make, understand], seek and [destroy, obtain, find], am seeking to [go, see, visit], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση seek στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'seek'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης