WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
seducer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sexually predatory man)γόης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  γυναικοκατακτητής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Nick was a skilled seducer who dated a different woman every Friday.
seducer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (person who leads another astray) (μεταφορικά)κακή επιρροή επίθ + ουσ θηλ
 The teachers thought Lisa was a seducer who caused other kids to get in trouble.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση seducer στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'seducer'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης