sediment

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɛdɪmənt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈsɛdəmənt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(n. sedə mənt; v. sedə ment′)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sediment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dregs, [sth] deposited)ίζημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)κατακάθι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Allie called the plumber when she saw sediment in the bottom of her drinking glass.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sediment' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sediment στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sediment'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης