sedentary

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɛdəntəri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsɛdənˌtɛri/ ,USA pronunciation: respelling(sedn ter′ē)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sedentary adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (that involves a lot of sitting)καθιστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Scott dislikes his sedentary job and would prefer something more active.
sedentary adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (that involves little activity)καθιστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Cheri leads a sedentary lifestyle and needs to exercise more.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sedentary' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sedentary στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sedentary'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης