schoolmate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈskuːlmeɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈskulˌmeɪt/ ,USA pronunciation: respelling(sko̅o̅lmāt′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
schoolmate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (friend at school, fellow pupil)συμμαθητής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Martha was one of my schoolmates.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση schoolmate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'schoolmate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης