scalable

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈskeɪləbəl/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(skālə bəl)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scalable,
scaleable
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (technology: able to expand)επιδεκτικός διεύρυνσης, επιδεκτικός ανάπτυξης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που μπορεί να διευρυνθεί, που μπορεί να αναπτυχθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  επεκτάσιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 We made the software scalable to capture a wider market.
 Φτιάξαμε έτσι το λογισμικό ώστε να είναι επιδεκτικό διεύρυνσης της λειτουργικότητάς του προκειμένου να κατακτήσουμε μια μεγαλύτερη αγορά.
scalable,
scaleable
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(slope: possible to climb)που μπορεί να αναρριχηθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  στον οποίο μπορεί να γίνει αναρρίχηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The mountain isn't scalable without special equipment.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scalable στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'scalable'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης