WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scaffold nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (around building) (συχνά πληθυντικός)σκαλωσιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)ικρίωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The builders erected a scaffold before beginning work.
 Οι χτίστες έστησαν σκαλωσιές πριν ξεκινήσουν τη δουλειά.
scaffold nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (executioner's platform)ικρίωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  εξέδρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The condemned man mounted the steps to the scaffold.
 Ο καταδικασμένος άντρας ανέβηκε τα σκαλοπάτια της εξέδρας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scaffolder στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'scaffolder'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης