WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
[sb] pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." abbreviation (somebody)κάποιος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
advance upon [sb/sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (invade, move in to attack)επιτίθεμαι, εισβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The swarm of killer bees advanced upon the unsuspecting cow that was grazing in the pasture.
 Το σμήνος από φονικές μέλισσες επιτέθηκε στην ανυποψίαστη αγελάδα που έβοσκε στο λιβάδι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a cut above [sth/sb] preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (superior to)μια κλάση πάνω εκφρ
 He is a cut above the rest.
 Είναι μια κλάση πάνω από τους υπόλοιπους.
abandon [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (person, pet: leave forever)εγκαταλείπω, αφήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)παρατάω, παρατώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jack abandoned his girlfriend and never spoke to her again.
 Ο Τζακ εγκατέλειψε την κοπέλα του και δεν της ξαναμίλησε ποτέ.
abandon [sth] to [sb/sth] vtr + prep (give up control of) (κάτι σε κάποιον)παραδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι σε κάποιον)αφήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The army abandoned the territory to the indigenous peoples.
abase [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (degrade)υποβαθμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)φθείρω, καταστρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  οδηγώ κπ/κτ σε παρακμή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 His years of living in Paris seem to have completely abased him.
abash [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." literary (make ashamed, disconcert)φέρνω κπ σε δύσκολη θέση, προκαλώ αμηχανία σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω κπ να ντραπεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The stranger's brazen stare abashed her.
abduct [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (kidnap)απάγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Armed men abducted the heiress on Thursday evening.
 Ένοπλοι άνδρες απήγαγαν την κληρονόμο την Πέμπτη το βράδυ.
abet [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (assist or enable: a criminal)υποθάλπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βοηθάω, βοηθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μτφ, ανεπ: σε κπ)κάνω πλάτες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (ώθηση)παρακινώ, παροτρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Margret did not commit the crime, but she abetted the person who did.
abhor [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal (detest)απεχθάνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (λόγιος)αποστρέφομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I abhor the perpetrators of this evil act.
not abide [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (not tolerate)δεν ανέχομαι, δεν υπομένω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο: κάτι)δεν είναι ανεκτό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I can't abide his smoking in the house. "I won't abide insolence or bad behaviour," said the schoolteacher.
 Δεν μπορώ να ανεχτώ (or: υπομείνω) το ότι καπνίζει μέσα στο σπίτι. «Δεν θα ανεχτώ (or: υπομείνω) την αυθάδεια ή την κακή συμπεριφορά», είπε η δασκάλα.
 "Η αυθάδεια ή η κακή συμπεριφορά δεν είναι ανεκτή", είπε η δασκάλα.
abominate [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal (loathe)απεχθάνομαι, αποστρέφομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Mrs. Howell abominates people with low morals.
be about [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be on the subject of)αφορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My presentation is about the effects of alcohol. This book is about a king who loses his crown.
abreast of [sb/sth] advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (level, side by side)δίπλα σε κπ/κτ επίρ + πρόθ
  στο ίδιο επίπεδο με κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
absolve [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (religion: free from sin)συγχωρώ, δίνω άφεση αμαρτιών ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δίνω άφεση αμαρτιών σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I confessed my sins to Father Eric and he absolved me.
absolve [sb] of [sth],
absolve [sb] from [sth]
vtr + prep
(religion: free from sin)απαλλάσσω κπ από κτ ρ μ + πρόθ
 The priest absolved the man of all his sins.
absolve [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (free from responsibility) (από ευθύνες)απαλλάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Being divorced doesn't absolve you from responsibility towards your children.
absolve [sb] of [sth],
absolve [sb] from [sth]
vtr + prep
(free from guilt)απαλλάσσω κπ από κτ ρ μ + πρόθ
 The court absolved Richard of any blame for the accident.
absorb [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative, often passive (assimilate) (μεταφορικά)απορροφάω, απορροφώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μτφ: εγώ ο ίδιος)απορροφώμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The corporation gradually absorbed the smaller firms in the area.
 Η εταιρεία σταδιακά απορρόφησε μικρότερες επιχειρήσεις της περιοχής.
absorb [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (interest) (μεταφορικά)απορροφάω, απορροφώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The latest novel in the series absorbed readers.
abuse [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." ([sb]: treat badly) (συμπεριφορά)κακομεταχειρίζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He abused his wife for many years before she went to the police.
 Κακομεταχειριζόταν την γυναίκα του για πολλά χρόνια πριν αυτή απευθυνθεί στην αστυνομία.
accept [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (person: approve of) (κάποιον)αποδέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Her father never really accepted her boyfriend.
 Ο πατέρας της δεν αποδέχθηκε ποτέ τον φίλο της.
accepting of [sth/sb] adj + prep (tolerant of [sth])που αποδέχεται κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)που είναι ανοιχτός σε κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This community is accepting of people of all cultures and backgrounds.
accessorize [sth/sb],
also UK: accessorise [sth/sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(adorn with accessories)προσθέτω αξεσουάρ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
acclaim [sb/sth] as [sth] vtr + prep often passive (praise, applaud)αναγνωρίζω κπ/κτ ως κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Critics acclaimed her as the greatest actress of the 20th century.
acclimate [sb] to [sth] vtr + prep (make accustomed to [sth])εξοικειώνω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
  (για κλιματικές συνθήκες)εγκλιματίζω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
acclimatize [sb/sth] to [sth],
also UK: acclimatise [sb/sth] to [sth]
vtr + prep
(accustom to [sth](κπ/κτ με κάτι)εξοικειώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω κπ/κτ να συνηθίσει κτ, κάνω κπ/κτ να εξοικειωθεί με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 If you have cats and you move house you need to keep the cats indoors for at least a few days to acclimatize them to their new home.
acclimatize [sb/sth] to [sth],
also UK: acclimatise [sb/sth] to [sth]
vtr + prep
(accustom to climate)κάνω κπ/κτ να προσαρμοστεί σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  συνηθίζω κπ/κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  βοηθώ κπ/κτ να εγκλιματιστεί σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Before planting out your young seedlings, take them out of the greenhouse for a short period, then increase each day, to acclimatize them to the colder conditions outdoors.
accommodate [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (provide lodging)φιλοξενώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάποιον)προσφέρω κατάλυμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The hotel can't accommodate us tonight.
 Το ξενοδοχείο δεν μπορεί να μας φιλοξενήσει σήμερα το βράδυ.
accommodate [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (provide space)χωράω, χωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μπορώ να φιλοξενήσω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The tent can accommodate five.
 Η σκηνή χωράει πέντε άτομα.
 Η σκηνή μπορεί να φιλοξενήσει πέντε άτομα.
accommodate [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (provide for)προβλέπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για κάποιον/κάτι)μεριμνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κάποιον/κάτι)λαμβάνω υπόψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The new rules accommodate people of all age groups.
be accompanied by [sb/sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (go in company with)συνοδευόμενος από κπ/κτ μτχ πρκ + πρόθ
  συνοδεύομαι από κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
accompany [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (go somewhere with)συνοδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Will you accompany me to the store?
 Θα με συνοδέψεις στο κατάστημα;
accompany [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (musician: play along with)συνοδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A pianist accompanied the jazz singer.
 Ένας πιανίστας συνόδευε τον τραγουδιστή της τζαζ.
accord [sth] to [sb] vtr + prep (grant) (κτ σε κπ)αποδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κτ σε κπ)απονέμω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κτ σε κπ)παραχωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We hereby accord to the petitioner the relief that she requests.
 Διά του παρόντος παραχωρούμε στην αιτούσα το βοήθημα που ζητά.
accost [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (approach boldly)πλησιάζω, προσεγγίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A man accosted Emily in the street to ask the time.
account [sb/sth] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal (consider) (κάποιον κάτι)θεωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This restaurant is accounted the best in town.
 Το εστιατόριο θεωρείται το καλύτερο στην πόλη.
accountable to [sb] adj + prep (has to report to)λογοδοτώ σε κπ ρ αμ + πρόθ
 The MP is accountable to his constituents.
accouter [sb],
UK: accoutre
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
usu passive (military: equip)εφοδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (εφοδιάζω με όπλα)εξοπλίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
accouter [sb] with [sth] (US),
accoutre [sb] (UK)
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(equip or furnish)εφοδιάζω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
  εξοπλίζω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
accredit [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (ascribe an achievement to)αποδίδω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
acculturate [sb] to [sth],
acculturate [sb] into [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(assimilate: into a culture)ενσωματώνω κπ σε κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αφομοιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
accuse [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (blame)κατηγορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ρίχνω ευθύνη σε κπ, ρίχνω το φταίξιμο σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (επίσημο)επιρρίπτω ευθύνες σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Whether or not you think I committed the crime, you can't accuse me without proof.
 Είτε θεωρείς πως διέπραξα το έγκλημα είτε όχι, δεν μπορείς να με κατηγορείς χωρίς αποδείξεις.
accuse [sb] of [sth] vtr + prep often passive (law: charge with a crime)κατηγορώ κπ για κτ ρ μ + πρόθ
 Mr Robertson's former employer has accused him of fraud.
 Ο προηγούμενος εργοδότης του κυρίου Ρόμπερτσον τον κατηγόρησε για απάτη.
accuse [sb] of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (blame for doing) (κπ ότι/πως κάνει κτ)κατηγορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They accused me of not setting aside enough time.
 Με κατηγόρησαν ότι δεν προνόησα να έχω αρκετό χρόνο.
accuse [sb] of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (law: charge with a crime) (κπ για κτ)κατηγορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He's accused of embezzling thousands of pounds.
 Τον κατηγορούν για υπεξαίρεση χιλιάδων λιρών.
accustom [sb/sth] to [sth] vtr + prep (habituate)εγκλιματίζω κπ/κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  εξοικειώνω κπ/κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  βοηθώ κπ/κτ να προσαρμοστεί σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Years of living in Morocco have accustomed me to hot weather.
ace [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (tennis: serve)κάνω σερβίς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Andrea aced her opponent on the court.
 Η Άντρεα έκανε σερβίς στον αντίπαλό της στο γήπεδο.
acerbate [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." rare (annoy) (νευριάζω)εξαγριώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ερεθίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ, μτφ)φουρτουνιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)κάνω έξω φρενών, κάνω πυρ και μανία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
ache for [sb] vi + prep figurative (yearn for)λαχταράω, λαχταρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Helen ached for the man she could not be with.
 Η Χέλεν λαχταρούσε τον άνδρα, με τον οποίον δεν μπορούσε να είναι μαζί.
acknowledge [sb],
acknowledge [sb] for [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(thank [sb] for)αναγνωρίζω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 The president acknowledged her contributions in a ceremony.
 Ο πρόεδρος αναγνώρισε την προσφορά της με μία επίσημη τελετή.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πρέπει να σου αναγνωρίσω ότι έκανες καταπληκτική δουλειά.
acknowledge [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (greet) (βλέπω ότι είναι εκεί)προσέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ξέρω ποιος είναι)δείχνω ότι αναγνωρίζω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (απευθύνω χαιρετισμό)χαιρετάω, μιλάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He didn't even acknowledge me.
acquaint [sb] with [sth] vtr + prep (introduce, make familiar) (κάποιον με κάτι)εξοικειώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι σε κάποιον)μαθαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Once Mark had acquainted his assistant with the computer program, she was able to work on her own.
be acquainted with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (know [sb](με κάποιον)γνωρίζομαι ρ μ αλληλοπαθρήμα μεταβατικό και αλληλοπαθητικό: Φανερώνει ότι η ενέργεια την οποία εκτελούν τα υποκείμενα επιστρέφει στα ίδια τα υποκείμενα, π.χ. αγαπιούνται (=αγαπάνε ο ένας τον άλλον) κλπ. Συχνά ξεκινάει με το πρόθημα αλληλο-
  (κάποιον)γνωρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Harry, I believe you are acquainted with Miss Forbes?
acquit [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pronounce not guilty)αθωώνω, απαλλάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The jury acquitted the defendant due to lack of evidence.
across from [sth/sb] preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (opposite)απέναντι επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 My office building is just across from the mall.
 Το κτίριο του γραφείου μου είναι ακριβώς απέναντι από το εμπορικό κέντρο.
act for [sb] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (substitute)ενεργώ εκ μέρους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I will have to act for my absent brother.
act as [sth/sb] vi + prep (perform function)λειτουργώ ως κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κάνω κπ/κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παίζω τον ρόλο του/της/του έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When they first met each other, it was her sister who acted as matchmaker. The man's trousers were held up by a bit of rope that was acting as a belt.
 Όταν πρωτοσυναντήθηκαν, η αδελφή της έκανε την προξενήτρα.
 Το παντελόνι του άντρα το συγκρατούσε ένα κομμάτι σκοινί που έπαιζε τον ρόλο της ζώνης.
act in the interests of [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (act to protect or help)ενεργώ προς όφελος κπ/κτ, ενεργώ προς το συμφέρον κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 An attorney will always act in the best interests of her client.
 Μια δικηγόρος πάντα θα ενεργεί προς όφελος του πελάτη της.
actuate [sb],
actuate [sb] to do [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(motivate [sb] to do [sth](κπ να κάνει κτ)παρακινώ, προτρέπω, παροτρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κπ να κάνει κτ)ωθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
addle [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (confuse) (μεταφορικά)θολώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Fred is talking nonsense; too much whisky has addled his thinking.
address [sb],
address [sb] as [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(use a title) (κάποιον)προσφωνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 "Your Holiness" is the correct way to address the Pope.
 «Παναγιότατε» είναι ο σωστός τρόπος να προσφωνεί κανείς τον Πάπα.
address [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give a speech)απευθύνομαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
 The President will address the nation on Tuesday.
 Ο πρόεδρος θα απευθυνθεί στον λαό την Τρίτη.
address [sth] to [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (indicate mail is intended for [sb])απευθύνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  (ταχυδρομείο)βάζω κπ παραλήπτη σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο: ταχυδρομικά)αποστέλλω κτ υπ' όψιν κάποιου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Joyce addressed the letter to her sister.
 Η Τζόις απηύθυνε το γράμμα στην αδερφή της.
 Η Τζόις έβαλε την αδερφή της παραλήπτη στο γράμμα.
address [sth] to [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (remark: say to [sb])απευθύνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 O'Neill addressed his remarks to the business owners in the audience.
 Ο Ο' Νιλ απηύθυνε τα σχόλιά του στους ιδιοκτήτες επιχειρήσεων που βρίσκονταν στο κοινό.
address [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (speak to) (σε κάποιον)απευθύνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (γενικά: σε κάποιον)μιλάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The teacher addressed the cleverest boy in the class.
 Η δασκάλα απευθύνθηκε στο εξυπνότερο αγόρι της τάξης.
 Η δασκάλα μίλησε στο εξυπνότερο αγόρι της τάξης.
address [sth] to [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (consign, entrust)έχω ως παραλήπτη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)είναι για κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The cargo was addressed to the freight forwarder.
 Το φορτίο είχε ως παραλήπτη τον διαμεταφορέα.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτό το προσκλητήριο είναι για σένα και όχι για τον συγκάτοικό σου.
be addressed to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (mail: be intended for [sb])έχω παραλήπτη κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)είμαι για κπ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 This letter is addressed to you.
 Το γράμμα έχει εσένα για παραλήπτη.
adjudge [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pronounce)κρίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The suspect was adjudged incompetent.
adjure [sb] to do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (appeal or command: [sb] to do [sth])εκλιπαρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εξορκίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ικετεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω έκκληση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
admire [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (respect)θαυμάζω, εκτιμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Kristin admires doctors who volunteer to work in third-world countries.
 Η Κριστίν θαυμάζει τους γιατρούς που εθελοντικά εργάζονται σε χώρες του Τρίτου Κόσμου.
admit [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (allow entry to)επιτρέπω την είσοδο σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The staff doesn't admit anyone after five o'clock.
 Το προσωπικό δεν επιτρέπει την είσοδο σε κανέναν μετά τις πέντε.
admit [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive (accept as a member)δέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The club is not admitting new members at this time.
 Ο σύλλογος δε δέχεται νέα μέλη αυτή τη στιγμή.
admit [sb] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive (place in an institution)εισάγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Have you ever been admitted to a hospital?
 Είχες ποτέ εισαχθεί στο νοσοκομείο;
admit [sth] to [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (confess)παραδέχομαι κτ σε κπ, ομολογώ κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 Ken admitted his part in the robbery to the police.
admit [sb] to [sth],
admit [sb] into [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(allow entry)παρέχω πρόσβαση σε κτ σε κπ, επιτρέπω την πρόσβαση σε κτ σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)βάζω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)αφήνω κπ να μπει σε κτ, ανοίγω σε κπ να μπει σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The night watchman has to go to the door to admit you into the building.
admit [sb] to [sth],
admit [sb] into [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(as a member)δέχομαι κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
  κάνω κπ δεκτό σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He was admitted into the golf club as a member.
admit [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive (to institution)εισάγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (χωρίς τη θέλησή του)εγκλείω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She was admitted against her will.
admit to [sb] that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (confess)παραδέχομαι σε κπ ότι/πως, ομολογώ σε κπ ότι/πως περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Jones admitted to the police that he had been involved in the criminal enterprise.
admonish [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (scold, reprimand)επιπλήττω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)μαλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If you're late, your boss will admonish you.
admonish [sb] for doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (reprimand for doing)επιπλήττω κπ για κτ, επιπλήττω κπ που έκανε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)μαλώνω κπ για κτ, μαλώνω κπ που έκανε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The teacher admonished the student for being late to class yet again.
admonish [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (warn, caution)προειδοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  νουθετώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 "Make sure you don't drive too fast," John's mother admonished him.
admonish [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (warn [sb] about doing [sth])προειδοποιώ κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The judge admonished the witness to tell the truth.
adopt [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (become legal parent of: a child)υιοθετώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The Smiths have adopted a baby from Ghana.
 Οι Σμιθ υιοθέτησαν ένα μωρό από την Γκάνα.
adore [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (love)λατρεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  υπεραγαπάω, υπεραγαπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Amy adores Martin and wants to marry him.
adulate [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (idolize, treat with adoration)κολακεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εκθειάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)παινεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)λιβανίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
advise [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (counsel [sb](κάποιον)συμβουλεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάποιον)δίνω συμβουλή, παρέχω συμβουλές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Our team of experienced attorneys is ready to advise you.
 Η ομάδα των έμπειρων δικηγόρων μας είναι έτοιμη να σας συμβουλεύσει.
 Η ομάδα των έμπειρων δικηγόρων μας είναι έτοιμη να σας δώσει συμβουλές (or: παράσχει συμβουλές).
advise [sb] on [sth] vtr + prep (counsel [sb] on [sth])συμβουλεύω κπ για κτ, συμβουλεύω κπ πάνω σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He was hired to advise the Queen on matters of state.
 Προσλήφθηκε για να συμβουλεύει τη βασίλισσα για θέματα του κράτους.
advise [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (counsel [sb] to do) (κάποιον να κάνει κάτι)συμβουλεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)λέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I advised him to eat before the flight.
 Τον συμβούλεψα να φάει πριν την πτήση.
advise [sb],
advise [sb] that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
formal (with clause: notify [sb](κάποιον ότι)ενημερώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A text message advised me that my flight was delayed.
 Ένα γραπτό μήνυμα με ενημέρωσε ότι η πτήση μου είχε καθυστερήσει.
advise [sb] of [sth] vtr + prep formal (notify [sb] of [sth])ενημερώνω κπ για κτ, πληροφορώ κπ για κτ, ειδοποιώ κπ για κτ ρ μ + πρόθ
 Newcastle Council have advised us of a series of road closures.
 Το συμβούλιο του Νιούκαστλ μας έχει ενημερώσει για τους κλειστούς δρόμους.
advise [sb] against [sth] vtr + prep (warn [sb] [sth] is unwise)συμβουλεύω κπ να μην κάνει κτ, προτείνω σε κπ να μην κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συνιστώ σε κπ να μην κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'd advise you against that approach, which can be costly.
advise [sb] against doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (warn [sb] not to do [sth])συμβουλεύω κπ να μην κάνει κτ, προτείνω σε κπ να μην κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'd advise you against sailing today; the weather is turning nasty.
advise [sb] on [sth] vtr + prep (warn about or recommend)συμβουλεύω σχετικά με περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δίνω συμβουλές σχετικά με, δίνω συμβουλές για περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Eddie advised us on the best restaurants to visit.
affect [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (have an effect on) (κάποιον/κάτι)επηρεάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάποιον/σε κάτι)επιδρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αρνητική έννοια)θίγω ρ. μετ
 The government's plan will affect a lot of people.
 Το σχέδιο της κυβέρνησης θα επηρεάσει πολλούς ανθρώπους.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το νέο φάρμακο επιδρά απευθείας στον εγκέφαλο.
 Το σχέδιο της κυβέρνησης θα θίξει πολλούς ανθρώπους.
affect [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (touch emotionally)επηρεάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συγκινώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)αγγίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The film about a cancer survivor affected me deeply.
 Η ταινία για έναν άνθρωπο που επέζησε από καρκίνο με επηρέασε βαθιά.
affiance [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." archaic (betroth)αρραβωνιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (λόγιος)μνηστεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
affiance [sb] to [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." archaic (betroth) (λόγιος, θρησκεία)αρραβωνίζω κπ με κπ ρ μ + πρόθ
  (λόγιος)μνηστεύω κπ με κπ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)αρραβωνιάζω κπ με κπ ρ μ + πρόθ
affiliated with [sth/sb] adj + prep (associated with)που συνδέεται με κπ/κτ, που σχετίζεται με κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που συνεργάζεται με κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The attack was carried out by an individual claiming to be affiliated with a known terrorist group.
afflict [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (affect badly)πλήττω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αρνητικά)επηρεάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)ταλαιπωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This disease afflicts more and more people every year.
affront to [sth/sb] n + prep ([sth] that offends)προσβολή προς κπ/κτ, προσβολή για κπ/κτ ουσ θηλ + πρόθ
 Samantha took the remarks as an affront to her family.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sb' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sb στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sb'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης