saying

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈseɪɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈseɪɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(sāing)

From the verb say: (⇒ conjugate)
saying is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: saying, say

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
saying nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (expression, idiom) (καθομιλουμένη)έκφραση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ρητό, γνωμικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (με μεταφορικό τρόπο)παροιμία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Beggars can't be choosers, as the saying goes.
 Όπως λέει και το ρητό (or: γνωμικό): στην αναβροχιά, καλό και το χαλάζι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
say [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (utter)λέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Dexter said, "I'm hungry." He said the book was blue.
 O Ντέξτερ είπε «Πεινάω». Είπε πως το βιβλίο είναι μπλε.
say [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give an opinion)λέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I say it's a bad idea.
 Λέω ότι είναι κακή ιδέα.
say [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (order)λέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Mom says stop arguing or you'll be grounded.
 Η μαμά λέει να σταματήσετε τον καβγά γιατί αλλιώς θα σας βάλει τιμωρία.
say to do [sth] vtr + prep (order to)λέω να γίνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  λέω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Dad says to come and eat dinner right now.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
say advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (for example)για παράδειγμα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  ας πούμε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (επίσημο)παραδείγματος χάριν, επί παραδείγματι φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Take any number, say seven, and multiply by four.
say advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (approximately)περίπου επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομιλουμένη)πάνω κάτω, μέσες άκρες φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  χοντρικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 There must have been, say, 200 people there.
say interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (to gain attention)λοιπόν σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
 Say, do you know where I can find a good restaurant?
say nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (turn to speak)λόγος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 When Richard had his say, he explained his side of the story.
 Όταν είχε το λόγο, ο Ρίτσαρντ εξήγησε τη δική του πλευρά της ιστορίας.
say nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (authority)λόγος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The parents decided it was bedtime, and the children had no say in the matter.
say [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (recite: [sth] learned)λέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jimmy can say his ABCs.
say [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (suppose)λέω, υποθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let's say that he's right.
 Ας πούμε (or: ας υποθέσουμε) ότι έχει δίκιο.
say [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (affirm)λέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  λέγεται ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
 She is said to be the best painter of her generation.
 Λένε πως είναι η καλύτερη ζωγράφος της γενιάς της.
 Λέγεται πως είναι η καλύτερη ζωγράφος της γενιάς της.
say [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (indicate)δείχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)λέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The thermometer says that it's seventy degrees.
say [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (recite: a prayer)λέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The children said a prayer for their parents.
say [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (conduct: a mass)τελώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The priest said the Mass on Sunday.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
saying | say
ΑγγλικάΕλληνικά
as I was saying advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to resume after interruption)όπως έλεγα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 As I was saying before being interrupted, the lady of the house is not home.
as the saying goes advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (as is commonly said)όπως λέει ο σοφός λαός εκφρ
 As the saying goes, you can't have your cake and eat it, too!
common saying nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (much-used expression or proverb)γνωμικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 When I use a common saying it's folk wisdom, and when you use it, it's called a cliché.
go without saying v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be obvious)εννοείται ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
  είναι προφανές έκφρ απραπρόσωπη έκφραση: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. φαίνεται ότι, έχει συννεφιά κλπ.
  (επίσημο)εξυπακούεται ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
 It goes without saying that you can't leave your bike unlocked in the city.
overhear [sb] say [sth],
overhear [sb] saying [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(hear [sb] secretly) (κπ να λέει κτ)ακούω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Robert overheard Tina say she is getting a divorce.
that goes without saying interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (that is self-evident)είναι αυτονόητο ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  εξυπακούεται, εννοείται ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
  ασυζητητί επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 You always look lovely - that goes without saying.
That's saying a lot. interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal, figurative (This indicates great size or achievement, etc.)Αυτό λέει πολλά. έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
way of saying nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (means of expressing, wording)τρόπος έκφρασης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 She had a way of saying things that always made you feel better.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'saying' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is a saying in [English], is an [English] saying, [a common, an ancient, a slang] saying (in English), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση saying στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'saying'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης