saturate

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsætʃʊreɪt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/v. ˈsætʃəˌreɪt; adj., n. -ərɪt, -əˌreɪt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. sachə rāt′; adj., n. sachər it, -ə rāt′)


Inflections of 'saturate' (v): (⇒ conjugate)
saturates
v 3rd person singular
saturating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
saturated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
saturated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
saturate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (soak completely)μουσκεύω, βρέχω, καταβρέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)εμποτίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After walking in the rain, my shoes were saturated.
saturate [sth] with [sth] vtr + prep (soak with [sth](κάτι με κάτι)μουσκεύω, βρέχω, καταβρέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)εμποτίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Saturate the pieces of bread with milk.
saturate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (fill to capacity)κορεννύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  γεμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κατά λέξη)γεμίζω πλήρως ρ μ + επίρ
 The cup was already saturated.
saturate [sth] with [sth] vtr + prep figurative (fill with [sth](κάτι με κάτι)γεμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (τελείως)γεμίζω μέχρι πάνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Dan saturated the bucket with soapy water.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'saturate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση saturate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'saturate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης