satisfied

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsætɪsfaɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsætɪsˌfaɪd/ ,USA pronunciation: respelling(satis fīd′)

From the verb satisfy: (⇒ conjugate)
satisfied is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: satisfied, satisfy

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
satisfied adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: content, happy)ικανοποιημένος, ευχαριστημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The cake was so rich, just two mouthfuls left Kay satisfied.
satisfied with [sth] adj + prep (content with [sth])ικανοποιημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  ευχαριστημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Rob was satisfied with his grade for the assignment.
satisfied adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (pleased, happy) (σε γενική)ικανοποίησης, ευχαρίστησης ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
 Rachel finished her meal and leaned back in her chair with a satisfied smile.
 Η Ρέιτσελ τελείωσε το γεύμα της και έγειρε στην καρέκλα της με ένα χαμόγελο ικανοποίησης (or: ευχαρίστησης).
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
satisfy [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (person)ικανοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ευχαριστώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Harry's boss is very demanding; it's difficult to satisfy her.
 Το αφεντικό του Χάρι είναι πολύ απαιτητικό. Είναι δύσκολο να την ικανοποιήσει κανείς.
satisfy [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (desire)ικανοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Nancy drank the water until she had satisfied her thirst.
 Η Νάνσι ήπιε νερό μέχρι να ικανοποιήσει τη δίψα της.
satisfy [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (requirement)ικανοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)πληρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: πληρώ, πληροίς, πληροί, πληρούμε, πληροίτε, πληρούν
 The panel checked that the candidate satisfied the conditions for applying for the job.
 Η επιτροπή έλεγξε εάν ο υποψήφιος πληρούσε τις προϋποθέσεις για να κάνει αίτηση για τη θέση εργασίας.
satisfy [sb] of [sth] vtr + prep (relieve [sb] of doubt) (κάποιον για κάτι)πείθω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The defendant satisfied the jury of his innocence.
 Ο κατηγορούμενος έπεισε τους ενόρκους για την αθωότητά του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
satisfied | satisfy
ΑγγλικάΕλληνικά
highly satisfied adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (extremely content)απόλυτα ικανοποιημένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The committee is highly satisfied with your report and you will be generously rewarded.
self-satisfied adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (smug)ματαιόδοξος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)ψωνισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  ψώνιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'satisfied' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a satisfied [customer, client, user, consumer], another satisfied customer!, is satisfied with the (new) [job, salary, conditions], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση satisfied στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'satisfied'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης