sanctuary

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsæŋktʃuəri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsæŋktʃuˌɛri/ ,USA pronunciation: respelling(sangkcho̅o̅ er′ē)

Inflections of 'sanctuary' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": sanctuaries

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sanctuary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sacred place) (ναού)άδυτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ιερό επίθ ως ουσ ουδ
 Only church members are allowed in the sanctuary.
 Μόνο τα μέλη της εκκλησίας επιτρέπεται να μπουν στο άδυτο του ναού.
sanctuary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (place of refuge)καταφύγιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We took sanctuary in an abandoned warehouse.
 Βρήκαμε καταφύγιο σε μια εγκατελελειμμένη αποθήκη.
sanctuary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (for [sb]: quiet place)καταφύγιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She found her sanctuary in reading poetry.
 Βρήκε καταφύγιο στην ανάγνωση ποίησης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sanctuary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: asylum)άσυλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Several refugees arrived to seek sanctuary from the violence in their country.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bird sanctuary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (permanent shelter for birds)καταφύγιο πουλιών ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
bird sanctuary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (habitat reserved for birds)καταφύγιο πουλιών ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sanctuary' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sanctuary στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sanctuary'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης