salutary

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsæljʊtəri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsælyəˌtɛri/ ,USA pronunciation: respelling(salyə ter′ē)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
salutary adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (beneficial)χρήσιμος, ωφέλιμος, ευεργετικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Many people find a morning yoga routine to be salutary.
salutary adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (healthy, wholesome)υγιεινός, ωφέλιμος, ευεργετικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 People should strive to lead a salutary lifestyle.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση salutary στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'salutary'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης