sage

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈseɪdʒ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/seɪdʒ/ ,USA pronunciation: respelling(sāj)

Inflections of 'sage' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
sager
adj comparative
sagest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (herbal plant)φασκόμηλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)αλιφασκιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Ben grows sage in his garden.
 Ο Μπεν καλλιεργεί φασκόμηλο στον κήπο του.
sage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food: seasoning)φασκόμηλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Chop the sage finely and add it to the other ingredients in the pan.
 Ψιλοκόψτε το φασκόμηλο και προσθέστε το στο κατσαρολάκι με τα υπόλοιπα υλικά.
sage adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (wise)σοφός, συνετός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Wendy's mother gave her some sage words of advice.
 Η μητέρα της Γουέντι της έδωσε μερικές σοφές συμβουλές.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sage,
sage-green
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(grayish-green) (καθομιλουμένη)πρασινολαδί επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  γκριζοπράσινος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
sage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wise person)σοφός επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 The young man consulted the village sages about his path in life.
sage,
sage green
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(color: grayish-green)πρασινολαδί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  γκριζοπράσινο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
white sage,
greasewood
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(California plant) (επίσημο: φυτό)Salvia apiana φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sage' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: sage (and onion) [stuffing, filling, chicken], [dried, crushed, fresh] sage, a few [sprigs, leaves, sprinkles] of sage, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sage στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sage'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης