ruthless

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈruːθləs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈruθlɪs/ ,USA pronunciation: respelling(ro̅o̅thlis)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ruthless adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (without mercy)αδίστακτος, ανελέητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Marsha is ruthless; she'll trample over anyone to get what she wants.
 Η Μάρσα είναι αδίστακτη. Ποδοπατά οποιονδήποτε για να πάρει αυτό που θέλει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ruthless' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a ruthless [leader, president, criminal, tyrant, general, dictator], the ruthless [pursuit, suppression, exploitation, destruction] of, is ruthless with his [subordinates, competitors, workers], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ruthless στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ruthless'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης