rusty

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrʌsti/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈrʌsti/ ,USA pronunciation: respelling(rustē)

Inflections of 'rusty' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
rustier
adj comparative
rustiest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rusty adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (with rust)σκουριασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Oliver pulled the rusty bike out of the garage, wondering if it could still be repaired.
 Ο Όλιβερ έβγαλε το σκουριασμένο ποδήλατο από το γκαράζ και αναρωτιόταν εάν μπορούσε ακόμα να επισκευαστεί.
rusty adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (skill: out of practice)που τον έχω ξεχάσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)σκουριασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Wendy's French is rusty, as she hasn't practised it for years.
 Τα Γαλλικά της Γουέντι είναι σκουριασμένα, αφού έχει χρόνια να τα εξασκήσει.
rusty adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (person: out of practice) (μεταφορικά)που έχει σκουριάσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που δεν είναι σε φόρμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εκτός φόρμας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 You'd like me to play the piano? I'm afraid I'm a little rusty, so please excuse me if I play some wrong notes.
 Θέλεις να παίξω πιάνο; Φοβάμαι ότι δεν είμαι σε μεγάλη φόρμα, γι' αυτό με συγχωρείς αν παίξω λάθος μερικές νότες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'rusty' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a rusty [frame, car, chassis, screw, nail, bolt, hinge], rusty [metal, iron], the [frame, metal] is rusty, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rusty στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'rusty'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης