rustle

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrʌsəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈrʌsəl/ ,USA pronunciation: respelling(rusəl)

Inflections of 'rustle' (v): (⇒ conjugate)
rustles
v 3rd person singular
rustling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
rustled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
rustled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rustle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (faint crackling sound)θρόισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I love the rustle of leaves under my feet.
rustle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (make faint crackling sound)θροΐζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The autumn leaves rustled as the children walked through the woods.
rustle [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cause to make crackling sound)κουνάω κάτι για να κάνει ήχο σαν θρόισμα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 "Would you like a mint?" Jodie asked me, rustling the paper bag.
rustle [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (steal: cattle) (ζώο)κλέβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
rustle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (steal cattle)κλέβω ζώα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
rustle [sth] up,
rustle up [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
informal (food: prepare quickly on short notice)ετοιμάζω κτ στα γρήγορα, ετοιμάζω κτ πρόχειρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It was difficult, but Linda was able to rustle up dinner for the unexpected guests.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rustle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'rustle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης