rusticate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrʌstɪˌkeɪt/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(rusti kāt′)

Inflections of 'rusticate' (v): (⇒ conjugate)
rusticates
v 3rd person singular
rusticating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
rusticated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
rusticated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rusticate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (live in the country)ζω στην επαρχία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ζω στο χωριό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
rusticate [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make countrified)προσδίδω χωριάτικη ιδίοτητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
rusticate [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK (suspend from university)αποβάλλω φοιτητή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rusticate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'rusticate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης