rusted

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrʌstɪd/

Σε αυτή τη σελίδα: rusted, rust

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rusted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (metal: oxidized)σκουριασμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The rusted wedding ring revealed that is wasn't made of gold.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rust,
iron rust
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(oxidation)σκουριά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There is rust on this old farm machinery.
 Υπάρχει σκουριά σε αυτό το παλιό μηχάνημα του αγροκτήματος.
rust viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (oxidize)σκουριάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)οξειδώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The old car rusted in the barn.
 Το παλιό αυτοκίνητο σκούριαζε στην αποθήκη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rust adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (reddish-brown in colour)κεραμιδί επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  κεραμιδής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Είναι το χρώμα της σκουριάς.
 Andy wore a rust shirt.
rust nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reddish-brown colour)κεραμιδί ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Είναι το χρώμα της σκουριάς.
 Do you have this skirt in rust?
rust nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plant fungus)σκωρίαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
rust viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (deteriorate) (μτφ, ανεπ: εγώ ο ίδιος)σκουριάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά, καθομ)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Jane found her skills had rusted after years of neglect.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'rusted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rusted στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'rusted'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης