russet

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrʌsɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈrʌsɪt/ ,USA pronunciation: respelling(rusit)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
russet adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (reddish brown in colour)κοκκινωπός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
russet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reddish-brown colour)κοκκινωπό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'russet' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση russet στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'russet'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης