rumble

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrʌmbəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈrʌmbəl/ ,USA pronunciation: respelling(rumbəl)

Inflections of 'rumble' (v): (⇒ conjugate)
rumbles
v 3rd person singular
rumbling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
rumbled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
rumbled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rumble nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (low growling noise)βοή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  γουργουρητό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (πιο γενικά)θόρυβος, ήχος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (συνήθως για στομάχι)γουργούρισμα, γουργουρητό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Αν επιλεγεί η απόδοση «θόρυβος» ή «ήχος» μπορεί να συνοδευτεί με κατάλληλο επίθετο, πχ υπόκωφος, βαθύς κλπ.
 Agatha heard the rumble of thunder in the distance.
 Η Αγκάθα άκουσε τη βοή του μπουμπουνητού στον ορίζοντα.
rumble viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (make low noise)βροντάω, βροντώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (πχ υπόκωφο)κάνω θόρυβο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (συνήθως για στομάχι)γουργουρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Tim hadn't eaten all day and his stomach was rumbling.
 Ο Τιμ δεν είχε φάει όλη την ημέρα και το στομάχι του γουργούριζε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rumble nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (complaint)μουρμουρητό, μουρμούρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μουρμούρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A rumble of discontent spread through the room as the mayor announced the news.
rumble nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (gang fight) (μεταξύ συμμοριών)καβγάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μεταξύ συμμοριών)συμπλοκή, μάχη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)σαματάς, χαμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The two gangs got into a rumble over territory.
rumble viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." slang (get going) (αργκό)την κάνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Are you ready? Let's rumble.
rumble [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slang (discover, uncover) (ανεπίσημο)βγάζω στη φόρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομ, μεταφορικά)ξεσκεπάζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The boss rumbled Daisy's sideline in selling the office equipment when she spotted one of the company laptops on an online auction site.
rumble [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive, slang (realise deceit) (αργκό)παίρνω κπ χαμπάρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη: κπ)καταλαβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Sam realized his wife had rumbled him when he saw her looking in through the window.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
rumble strip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (raised road strip) (οδική ασφάλεια)λωρίδα με τραχεία επιφάνεια φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: the rumble of [thunder, engines, tanks, traffic], the [heavy, continuous, incessant] rumble of, heard a (deep) rumble in the [street, distance, sky], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rumble στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'rumble'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης