rubbing

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrʌbɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(rubing)

From the verb rub: (⇒ conjugate)
rubbing is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: rubbing, rub

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rubbing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of [sb] or [sth] that rubs)τρίψιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rub [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (apply pressure with movement)τρίβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Nina rubbed her sore foot.
 Η Νίνα έτριψε το πονεμένο πόδι της.
rub [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (spread with pressure)αλείφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  απλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Rub some oil around the bowl, so the dough doesn't stick. Rub the lotion into your skin.
 Άλειψε λίγο λάδι γύρω γύρω στο μπολ για να μην κολλήσει η ζύμη. Άλειψε τη λοσιόν στο δέρμα σου.
rub [sth] on [sth] vtr + prep (spread on surface)απλώνω κτ πάνω σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αλείφω κτ πάνω σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Jack rubbed some suntan lotion on his arms.
the rub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (problem, catch)το πρόβλημα άρθ ορ + ουσ αρσ
  το ερώτημα άρθ ορ + ουσ αρσ
  (μεταφορικά: στον Άμλετ)κόμπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 "To die - to sleep. To sleep - perchance to dream: ay, there’s the rub!" - Hamlet
rub [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (move with pressure)τρίβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 George rubbed his hand along the cat's back.
 Ο Τζώρτζ έτριψε το χέρι του στην πλάτη της γάτας.
rub [sth] into [sth] vtr + prep (mix fat into dry ingredients) (τρίβοντας τα υλικά)ανακατεύω κτ με κτ, αναμειγνύω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  τρίβω κτ με κτ ρ μ + προθ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Rub the butter into the flour until it resembles breadcrumbs, then add the water.
 Ανακάτεψε το βούτυρο με το αλεύρι μέχρι να σβολιάσει κι έπειτα πρόσθεσε το νερό.
rub [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (shoes, etc.: hurt) (κάποιον σε κάτι)χτυπάω, χτυπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)κόβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Alison's shoes are rubbing her feet.
 Τα παπούτσια της Άλισον τη χτυπάνε στο πόδι.
rub viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (shoes, etc.: hurt skin) (μεταφορικά: κάποιον)χτυπάω, χτυπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κόβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Alison's new shoes are rubbing.
 Τα καινούρια παπούτσια της Άλισον τη χτυπάνε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (scrub with cloth)τρίψιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A rub with a flannel soon cleaned the mud off Tom's face.
rub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (massage)μασάζ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  τρίψιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I think a rub is the only thing that will relieve the stiffness in my back.
rub on [sth] vi + prep (shoes etc: hurt) (μεταφορικά: κπ σε κτ)χτυπάω, χτυπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κόβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Helen's shoes were too tight and they rubbed on her feet.
 Τα παπούτσια της Έλεν ήταν πολύ στενά και τη χτυπούσαν στα πόδια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
rubbing | rub
ΑγγλικάΕλληνικά
rubbing alcohol nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chemistry)οινόπνευμα για εντριβές έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  οινόπνευμα εντριβής έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'rubbing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rubbing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'rubbing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης