rubber

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrʌbər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈrʌbɚ/ ,USA pronunciation: respelling(rubər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rubber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (latex material)καουτσούκ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  λάστιχο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Tyres are made of rubber.
 Τα ελαστικά είναι φτιαγμένα από καουτσούκ.
rubber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (eraser for mistakes)γόμα, γομολάστιχα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σβηστήρα, σβήστρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σβηστήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Betty used a rubber to erase her mistake.
rubber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (condom)προφυλακτικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)σκουφάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (παλαιό, λαϊκό)καπότα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (παλαιό, λαϊκό)καπότο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Lily always carries a rubber in her purse, just in case.
 Η Λίλη κουβαλάει πάντα προφυλακτικά στην τσάντα της, μήπως και χρειαστούν.
rubber n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (made of rubber)λαστιχένιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  από καουτσούκ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Robert wears rubber gloves to do the washing up.
 Ο Ρόμπερτ φοράει λαστιχένια γάντια για να πλύνει τα πιάτα.
rubbers nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." US, Can (waterproof boots)γαλότσες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Ted was wearing his rubbers because of the rain.
 Ο Τεντ φορούσε τις γαλότσες του λόγω της βροχής.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rubber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (set of games) (μπριτζ, ουίστ, κρίκετ)σειρά τριών ή πέντε παιχνιδιών μεταξύ δύο ομάδων β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 After dinner, they sat at the card table to play a few rubbers.
rubber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rubber game, rubber match) (μπριτζ, ουίστ, κρίκετ)ο τελικός αγώνας σε σειρά τριών ή πέντε παιχνιδιών μεταξύ δύο ομάδων β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The score was even, so they played a rubber.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
chalkboard eraser,
chalk eraser,
UK: chalkboard rubber
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (eraser for blackboard) (σβήσιμο πίνακα)σφουγγάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We slapped the chalkboard erasers together to get rid of the chalk dust.
consistency of rubber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (food: chewiness) (καθομιλουμένη)λαστιχένια υφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Everything was excellent except for the calamari, which had the consistency of rubber.
crepe rubber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rubber with corrugated surface)καουτσούκ τύπου κρεπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κρεπ, κρέπι ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 These walking shoes have crepe rubber soles to prevent slipping on wet pavements.
foam rubber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spongy material used as stuffing)αφρώδες ελαστικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The seat cushions were filled with foam rubber.
hard rubber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vulcanized rubber)βουλκανισμένο καουτσούκ/λάστιχο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The truck's tires were made of hard rubber.
natural rubber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (latex made from sap of the rubber tree)φυσικό καουτσούκ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 These gloves are made from plastic, but those are natural rubber.
neoprene rubber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (water-resistant synthetic material) (συνθετικό υλικό)νεοπρένιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My wetsuit is made from neoprene rubber.
rubber ball nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bouncy ball made of rubber)λαστιχένια μπάλα επίθ + ουσ θηλ
  (παιδικό)τρελομπαλάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
rubber band nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (elastic band)λαστιχάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The postman uses rubber bands to bundle together letters for the same address.
 Ο ταχυδρόμος χρησιμοποιεί λαστιχάκια για να δέσει μεταξύ τους τα γράμματα που είναι για την ίδια διεύθυνση.
rubber boots nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (wellingtons: footwear worn in rain) (μπότες από καοτσούκ)γαλότσες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 When I walk in the rain, I wear rubber boots so I can splash right through the puddles.
rubber cement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (adhesive)κόλλα ελαστικού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
rubber chicken nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (comedy prop: latex model of a chicken) (παιχνίδι)λαστιχένιο κοτόπουλο επίθ + ουσ ουδ
  λαστιχένια κότα επίθ + ουσ θηλ
 At the circus, one clown used a rubber chicken to hit another one on the head.
rubber chicken nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, disparaging (characteristic food served at large gatherings)άνοστο φαγητό επίθ + ουσ ουδ
 I refuse to go to another banquet where I have to listen to boring speeches and eat rubber chicken.
rubber curb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (edging used around playground surface) (σε παιδότοπους, πάρκα)λαστιχένιο κράσπεδο επίθ + ουσ ουδ
rubber dam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dental sheet) (οδοντιατρικό εξάρτημα)ελαστικός απομονωτήρας επίθ + ουσ αρσ
 When I go to the dentist I don't mind the shot of novocaine; it's the rubber dam I can't stand.
rubber dinghy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small inflated boat)φουσκωτό σκάφος επίθ + ουσ ουδ
  φουσκωτό επίθ ως ουσ ουδ
rubber duck nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (duck-shaped bath toy)πλαστικό παπάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: υποκοριστικό του λάστιχο
 Children often play with rubber ducks at bathtime.
rubber ducky,
rubber duckie
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (duck-shaped bath toy)πλαστικό παπάκι επίθ + ουσ ουδ
rubber spatula nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (kitchen utensil)λαστιχένια σπάτουλα επίθ + ουσ θηλ
  σπάτουλα σιλικόνης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μαρίζ ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The pastry chef used a rubber spatula to spread icing on the cake.
rubber stamp nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (handheld printing tool)σφραγίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Rubber stamps are often used to mark packages "fragile".
rubber stamp nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sb] approving automatically)αυτός που βαράει σφραγίδες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
rubber tree nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rubber-yielding tree)καουτσουκόδεντρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
rubber-soled adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (shoes: rubber bottoms)με λαστιχένιες σόλες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
rubber-stamp [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mark with rubber stamp)σφραγίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βάζω σφραγίδα σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
rubber-stamp [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (approve automatically)εγκρίνω κτ αυτόματα ρ μ + επίρ
  προσυπογράφω κτ ασυζυτητί ρ μ + επίρ
  δέχομαι κτ χωρίς να το εξετάσω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
synthetic rubber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (artificial, flexible material)συνθετικό λάστιχο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
vulcanized rubber,
also UK: vulcanised rubber
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(strengthened rubber for tyres, etc.)ενισχυμένο λάστιχο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Automobile tires are made of a strong vulcanized rubber.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'rubber' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: rubber [tires, bands, balls], [tied, wrapped] with a rubber band, scary rubber [spiders, creatures], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rubber στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'rubber'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης