role

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rəʊl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/roʊl/ ,USA pronunciation: respelling(rōl)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
role nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part in a play)ρόλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Brad won the role of Hamlet.
 Ο Μπραντ πήρε το ρόλο του Άμλετ.
role nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (purpose, set of tasks)ρόλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My role is to supervise the project.
 Ο ρόλος μου είναι να επιβλέπω το έργο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
active role nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (full participation)ενεργός ρόλος επίθ + ουσ αρσ
 Now I'm taking a more active role in local politics.
cameo role nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (actor: brief appearance)σύντομος, έκτακτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  cameo επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Brad Pitt is in the movie, but he only has a brief cameo role.
cast [sb] in the role of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (select a performer to appear as)επιλέγω κπ για τον ρόλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δίνω σε κάποιον τον ρόλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
causal role nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (active influence on [sth] happening) (λόγιος)αιτιώδης ρόλος επίθ + ουσ αρσ
corporate role nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (job position in business)θέση στην εταιρεία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
film role nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (acting part in a movie)ρόλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I've worked in TV for years but haven't yet had a film role.
gender roles nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (social expectations of men, women)φυλετικοί ρόλοι επίθ + ουσ αρσ πλ
  ρόλοι των φύλων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Women's contribution to the war effort in the 1940s had a lasting effect on gender roles.
lead role nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (central acting part)πρωταγωνιστικός ρόλος επίθ + ουσ αρσ
 My son got the lead role in the school play.
leading role nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prominent acting part)πρωταγωνιστικός ρόλος επίθ + ουσ αρσ
 She tried out and got the leading role in "Carousel.".
minor role nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small acting part)δεύτερος ρόλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 His first film appearance was a minor role in Star Wars.
minor role nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small part in: accomplishing [sth])μικρός ρόλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 All the credit should go to you because I only played a minor role in winning this contract.
play a role v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (act a part)παίζω ρόλο, συμμετέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Several Nixon loyalists played a role in the Watergate scandal.
 Αρκετοί υποστηρικτές του Νίξον έπαιξαν ρόλο στο σκάνδαλο Γουοτεργκέιτ.
play a role in vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (act a part in)παίζω ρόλο, συμμετέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My brother's playing a role in the new production of The Phantom of the Opera.
play the role v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (act the part)παίζω το ρόλο ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
role casting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (film, theatre: choosing actors) (επιλογή ηθοποιών)ακρόαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κάστινγκ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
role model nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb]: sets good example)πρότυπο, παράδειγμα προς μίμηση ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She's a very bad role model for those young girls who look up to her.
 Είναι πολύ κακό πρότυπο για εκείνα τα μικρά κορίτσια που τη θαυμάζουν.
role play,
role playing
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(playacting, simulation)αναπαράσταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 “Today we'll be doing a role play exercise,” said the teacher.
 «Σήμερα θα κάνουμε μια άσκηση αναπαράστασης,» είπε ο δάσκαλος.
role-playing,
role playing
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(teaching, psychotherapy method) (παιδαγωγικά, ψυχοθεραπεία)παιχνίδι ρόλων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
role-playing,
role playing
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(behavior change)το να παίζω ένα ρόλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
role-playing n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (pertaining to role-playing)του παιχνιδιού ρόλων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που σχετίζεται με το παιχνίδι ρόλων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
supporting role nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (acting: secondary part) (μεταφορικά)δεύτερος ρόλος επίθ + ουσ αρσ
 He didn't need to be the star of every movie; he was quite happy in supporting roles.
take an active part,
take an active role
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be fully involved)συμμετέχω ενεργά ρ αμ + επίρ
 Emily takes an active part in the chess club.
take an active part in [sth],
take an active role in [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be involved)συμμετέχω ενεργά σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He refused to take an active part in the discussion.
title role nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (acting: part of eponymous character)επώνυμος ρόλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'role' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: play a [vital, basic, fundamental, leading] role (in), is (not) a [good, great] role model for young [people, girls, men], have a [vital] role to play (in), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση role στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'role'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης