ripping

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrɪpɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(riping)

From the verb rip: (⇒ conjugate)
ripping is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: ripping, rip

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ripping adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, dated (excellent) (παλαιό)φίνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)άλφα-άλφα επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό)και πολύ πρώτος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 We had a ripping time last night out on the town.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rip [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (tear: paper)σκίζω, σχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Gerald reread his poem, decided it was awful, and ripped the paper in two.
 Ο Τζέραλντ ξαναδιάβασε το ποίημά του, αποφάσισε ότι ήταν απαίσιο και έσκισε στα δύο το χαρτί.
rip [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (tear: fabric)σκίζω, σχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιο έντονο)ξεσκίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Paula ripped her new trousers climbing over a fence.
 Η Πόλα έσκισε το καινούριο παντελόνι της όταν σκαρφάλωσε σε έναν φράχτη.
rip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tear in fabric)σκίσιμο, σχίσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 In the late 1980s, it was very fashionable to wear jeans with rips in them.
 Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ήταν πολύ στη μόδα τα τζιν με σκισίματα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gymnastics: skin abrasion)ρήξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
rip viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (move fast)τρέχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά: κάτι)σκίζω, σχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)περνάω βολίδα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The car ripped along the road.
rip [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (copy: audio or video files)αντιγράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 David ripped the DVD, so that he'd have a copy of the film on his laptop.
rip [sth] from [sb/sth] vtr + prep (snatch, wrest)αρπάζω κτ από κπ/κτ ρ μ + πρόθ
 Emily ripped the weapon from her opponent's grasp.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ripping' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ripping στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ripping'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης