ripper

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrɪpə/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ripər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ripper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (murderer with knife)μαχαιροβγάλτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The police finally caught the famous ripper from the 1960s.
ripper,
seam ripper,
stitch ripper
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(needlework: stitch remover)εξωλκέας ραμμάτων φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The tailor used a ripper to remove the bad stitching.
ripper interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" Aus, informal (great, excellent)ωραία!, τέλεια! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (αργκό)σούπερ! επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ripper στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ripper'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης