riposte

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈpɒst/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/rɪˈpoʊst/ ,USA pronunciation: respelling(ri pōst)

Inflections of 'riposte' (v): (⇒ conjugate)
ripostes
v 3rd person singular
riposting
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
riposted
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
riposted
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
riposte nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (witty retort) (μτφ: έξυπνη απάντηση)πληρωμένη απάντηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  εύστοχη απάντηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
riposte nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fencing move) (ξιφασκία: απόκρουση)αντίνυξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)αντιξιφισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
riposte viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (make a witty retort) (μτφ: αντικρούω λόγια)αποκρούω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δίνω πληρωμένη απάντηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He wished he could riposte more wittily.
 Ευχήθηκε να μπορούσε να τον είχε αποκρούσει με μεγαλύτερη ευστοχία.
riposte viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (fencing: counterattack) (ξιφασκία: επίθεση)εκτελώ αντίνυξη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση riposte στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'riposte'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης