Σε αυτή τη σελίδα: ripened, ripen

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ripened adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (crop, fruit: mature)ώριμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ripen viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (fruit, etc.: mature)ωριμάζω, μεστώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You can't eat the bananas now; wait until they ripen.
ripen [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (fruit, etc.: make ripe)κάνω κτ να ωριμάσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βοηθάω κτ να ωριμάσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You can ripen the peaches by leaving them outside of the refrigerator.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ripened | ripen
ΑγγλικάΕλληνικά
vine-ripened tomato nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tomato ripened on the plant)ώριμη ντομάτα επίθ + ουσ θηλ
  γινωμένη ντομάτα μτχ πρκ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ripened' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ripened στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ripened'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης