ripen

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈraɪpən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈraɪpən/ ,USA pronunciation: respelling(rīpən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ripen viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (fruit, etc.: mature)ωριμάζω, μεστώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You can't eat the bananas now; wait until they ripen.
ripen [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (fruit, etc.: make ripe)κάνω κτ να ωριμάσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βοηθάω κτ να ωριμάσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You can ripen the peaches by leaving them outside of the refrigerator.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ripen στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ripen'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης